Άλλοτε -έως το 2006- νομαρχιακός σύμβουλος (επί Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων) στο νομό Ηλείας, ο καταγόμενος απ’ τα Λεχαινά αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών Γιώργος Παναγιωτόπουλος συχνά παρεμβαίνει στα της πολιτικής επικαιρότητας.
Προ ημερών, με αφορμή το κύμα ανακατατάξεων που συντελείται στην Κεντροαριστερά, έλεγε για το ΠΑΣΟΚ ότι παρ’ ότι έχει ενισχύσει την πολιτική παρουσία και την εκλογική του δυναμική, «παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της στρατηγικής του φυσιογνωμίας». Και επιπλέον, πάντα κατά τον κ. Παναγιωτόπουλο, παραμένει ανοικτό και το ζήτημα της «κοινωνικής συμμαχίας που επιδιώκει να συγκροτήσει όπως και του προγραμματικού πλαισίου πάνω στο οποίο φιλοδοξεί να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας». Δεν κάνει λάθος ο αντιπρύτανης.
Εξ ου και όλη η συζήτηση στον αριστερότερα της Ν.Δ. χώρο επικεντρώνεται στην ανάγκη ενός εναλλακτικού πόλου εξουσίας. Ανάγκη στην οποία όλοι συμφωνούν, διαφωνώντας ωστόσο για όλα τα υπόλοιπα.
Με απόλυτα σαφή τρόπο προσπάθησε να τα περιγράψει όλα αυτά την περασμένη Τετάρτη μιλώντας από βήματος στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών όπου παρουσιάστηκε το βιβλίο του Βασίλη Μαστρογιάννη για την προοδευτική διακυβέρνηση.
Ιδού ολόκληρη η ομιλία του κ. Παναγιωτόπουλου:

Κυρίες και κύριοι,
αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
αγαπητέ Βασίλη,
Υπάρχει μια λεπτομέρεια στον τίτλο του βιβλίου που, κατά τη γνώμη μου, αποκαλύπτει πολλά για την πρόθεση του συγγραφέα. Ο Βασίλης Μαστρογιάννης δεν επέλεξε να τιτλοφορήσει το έργο του με μια λέξη που παραπέμπει ευθέως στη διακυβέρνηση, στην ανάπτυξη, στις μεταρρυθμίσεις ή στην πολιτική αντιπαράθεση. Δεν επέλεξε έναν τίτλο που να περιγράφει ένα πρόγραμμα εξουσίας ούτε μια ιδεολογική πλατφόρμα. Επέλεξε τη λέξη «Αρμονία».
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται από συγκρούσεις, αντιπαραθέσεις, διαχωριστικές γραμμές και διαρκείς ανταγωνισμούς. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αρμονία θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως αφηρημένη ή ακόμη και αφελής έννοια. Όσο όμως προχωρά κανείς στην ανάγνωση, αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας τη χρησιμοποιεί με έναν πολύ πιο απαιτητικό τρόπο.
Η αρμονία δεν παρουσιάζεται ως απουσία διαφωνιών ούτε ως αναζήτηση τεχνητής ομοφωνίας. Παρουσιάζεται ως διαδικασία σύνθεσης. Ως η ικανότητα μιας κοινωνίας να διαχειρίζεται τις αντιθέσεις της χωρίς να διαλύεται από αυτές. Ως η δυνατότητα των θεσμών να λειτουργούν αποτελεσματικά χωρίς να απομακρύνονται από τους πολίτες. Ως η αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την ανάπτυξη και τη δημοκρατική συμμετοχή.
Από αυτή την αφετηρία πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Θα ήταν λάθος να το αντιμετωπίσουμε ως ένα ακόμη πολιτικό δοκίμιο που σχολιάζει την επικαιρότητα ή ως μια απλή προγραμματική παρέμβαση για τη διακυβέρνηση της χώρας. Όποιος το διαβάσει προσεκτικά διαπιστώνει ότι η φιλοδοξία του είναι ευρύτερη. Ο συγγραφέας επιχειρεί να ανοίξει μια συζήτηση για τις προϋποθέσεις της πολιτικής, για τις ηθικές και πνευματικές βάσεις της δημοκρατίας και, τελικά, για τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία μπορεί να αναζητήσει ξανά τον προσανατολισμό της.
Γι’ αυτό και το «Με Αρμονία» δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένο από τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Η Περίσκεψη, η Φρόνηση και η Αρμονία συγκροτούν μια ενιαία διαδρομή σκέψης. Δεν πρόκειται απλώς για τρεις διαδοχικούς τίτλους, αλλά για τρεις βαθμίδες πολιτικής και κοινωνικής κατανόησης.
Διαβάζοντας το έργο του Βασίλη Μαστρογιάννη σχηματίζει κανείς την εικόνα ενός συγγραφέα που δεν αρκείται στη σχολιαστική προσέγγιση της επικαιρότητας. Η σκέψη του κινείται ταυτόχρονα στο επίπεδο των αρχών, των θεσμών και της πολιτικής πράξης. Αυτό εξηγεί γιατί στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς αναφορές στη δημοκρατία, στις διεθνείς εξελίξεις, στις παθογένειες του ελληνικού κράτους, στις κοινωνικές μεταβολές, αλλά και σε συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης.
Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως ενιαίο πεδίο. Η θεωρία δεν μπορεί να αποκοπεί από την πράξη και η πράξη δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς θεωρητική θεμελίωση. Αυτή η σύνδεση έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται στην επικαιρότητα της ημέρας. Το βιβλίο επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα της στρατηγικής κατεύθυνσης της χώρας και του προοδευτικού σχεδίου που απαιτεί η νέα εποχή.
Καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, σχηματιζόταν σταδιακά μέσα μου η αίσθηση ότι ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τη σημερινή συγκυρία ως κάτι βαθύτερο από μια οικονομική, πολιτική ή θεσμική κρίση. Πίσω από τις συγκρούσεις της καθημερινότητας, πίσω από τις εκλογικές αναμετρήσεις και πίσω από τις εναλλαγές κυβερνήσεων, διακρίνει μια δυσκολία των σύγχρονων κοινωνιών να συγκροτήσουν κοινό προσανατολισμό.
Αυτό εξηγεί και τη σημασία που αποδίδει ο συγγραφέας στον επαναπροσδιορισμό βασικών εννοιών. Σε μια δημόσια συζήτηση όπου όλοι επικαλούνται τη δημοκρατία, την πρόοδο, τη μεταρρύθμιση, την κοινωνική δικαιοσύνη ή τον πατριωτισμό, ιδίως σε μια περίοδο όπου η έννοια αυτή επανέρχεται συχνά στον δημόσιο λόγο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις αλλά ποιο περιεχόμενο τους αποδίδει.
Η πολιτική βέβαια δεν λειτουργεί μόνο με κανόνες και διαδικασίες. Λειτουργεί και με νοήματα. Όταν τα νοήματα αποδυναμώνονται, οι κοινωνίες δυσκολεύονται να συνεννοηθούν ακόμη και στα στοιχειώδη. Εδώ εντοπίζεται μια από τις ουσιαστικές συμβολές του βιβλίου. Η περίσκεψη, η φρόνηση και η αρμονία δεν χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικές φιλοσοφικές αναφορές. Αποτελούν εργαλεία πολιτικής ερμηνείας και ταυτόχρονα κριτήρια αξιολόγησης της δημόσιας ζωής.
Ο συγγραφέας εξετάζει τη λειτουργία των θεσμών, τις επιλογές των πολιτικών δυνάμεων και τα γεγονότα της επικαιρότητας μέσα από αυτό το πρίσμα. Επιχειρεί να επαναφέρει στη συζήτηση ερωτήματα που συχνά παραμερίζονται από την πίεση της ημέρας.
Τι σημαίνει δημοκρατική ευθύνη;
Τι σημαίνει προοδευτική διακυβέρνηση;
Πώς συνδέεται η κοινωνική δικαιοσύνη με την αποτελεσματικότητα του κράτους;
Πώς μπορεί μια χώρα να διατηρεί εθνικό προσανατολισμό και ευρωπαϊκή ταυτότητα;
Η αναζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας. Ένα μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στον πολυπολικό κόσμο που διαμορφώνεται, στη θέση της Ευρώπης, στις σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στις συνέπειες που αυτές έχουν για χώρες όπως η Ελλάδα.
Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος για την Ελλάδα. Η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή γεωπολιτικής έντασης, με ανοιχτά ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας, μεταναστευτικών πιέσεων και εθνικών διεκδικήσεων. Μια σύγχρονη προοδευτική διακυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα. Οφείλει να συνδυάζει κοινωνική ευαισθησία με στρατηγική σοβαρότητα, ευρωπαϊκό προσανατολισμό με εθνική αυτοπεποίθηση και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο με ρεαλιστική ανάγνωση των συσχετισμών.
Ιδιαίτερη αξία έχει και η πολιτική ενότητα του βιβλίου. Οι αναφορές στην ανομία, στη μετριοκρατία, στην αλαζονεία της εξουσίας, στις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος και στη σταδιακή αποδυνάμωση της ουσιαστικής αντιπροσώπευσης δεν έχουν χαρακτήρα αποσπασματικής κριτικής. Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης αγωνίας για την ποιότητα της δημοκρατίας.
Ως αναγνώστης στάθηκα ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο. Η εμπειρία των θεσμών δείχνει ότι η αποτελεσματικότητά τους δεν εξαρτάται μόνο από τους κανόνες που τους διέπουν, αλλά και από την κουλτούρα που αναπτύσσεται στο εσωτερικό τους. Η αξιοκρατία, η λογοδοσία, η εμπιστοσύνη και η ποιότητα της διοίκησης δεν παράγονται αυτόματα μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων. Απαιτούν διαρκή προσπάθεια και σταθερή προσήλωση σε αρχές που συχνά δοκιμάζονται από τις πιέσεις της καθημερινότητας.
Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο αποκτά και έναν χαρακτήρα προειδοποίησης.
Μας υπενθυμίζει ότι το κράτος δικαίου, η αξιοκρατία, η πολιτική ευθύνη και η θεσμική σοβαρότητα δεν είναι αυτονόητες κατακτήσεις. Χρειάζονται καθημερινή φροντίδα. Όταν οι κοινωνίες συνηθίζουν στη μετριότητα, όταν θεωρούν φυσιολογική την αδράνεια ή όταν αποδέχονται ότι η δημόσια ζωή δεν μπορεί να υπερβεί ένα χαμηλό επίπεδο προσδοκιών, τότε η δημοκρατία φθείρεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Σημαντικές είναι και οι αναφορές του συγγραφέα σε ζητήματα όπως η βία, η νεανική παραβατικότητα, η κλιματική κρίση και η πολιτική προστασία. Η αξία της προσέγγισής του βρίσκεται στο ότι δεν αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά αποσπασματικά, αλλά ως εκφράσεις ευρύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών που συνδέονται με την ποιότητα των θεσμών, την κοινωνική συνοχή και το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας
Όταν ο αναγνώστης φτάνει στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, εκεί όπου παρουσιάζονται οι προτάσεις για μια σύγχρονη προοδευτική διακυβέρνηση, έχει ήδη προηγηθεί μια εκτεταμένη προσπάθεια κατανόησης του πλαισίου μέσα στο οποίο αυτές διατυπώνονται. Οι προτάσεις δεν εμφανίζονται ως ένας απλός κατάλογος μέτρων ούτε ως προγραμματική διακήρυξη. Εντάσσονται σε μια συνολικότερη θεώρηση για το μέλλον της χώρας, για τη λειτουργία των θεσμών και για τη σχέση κράτους και κοινωνίας.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η σημασία που αποδίδει ο συγγραφέας στη συμμετοχική δημοκρατία. Πρόκειται για μια έννοια η οποία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εποχή όπου πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους. Η συμμετοχική δημοκρατία δεν παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά ως προσπάθεια ενίσχυσης της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική. Ως τρόπος αναζωογόνησης της δημοκρατικής συμμετοχής και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.
Εκεί εντοπίζω και μια ακόμα σημαντική συμβολή του βιβλίου. Πίσω από τις αναλύσεις και τις προτάσεις διακρίνεται μια σταθερή αγωνία για την εμπιστοσύνη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο κρίσιμο πολιτικό ζήτημα της εποχής μας.
Αν έπρεπε να συνοψίσω την προσωπική μου ανάγνωση του έργου σε μία σκέψη, θα έλεγα ότι ο Βασίλης Μαστρογιάννης επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο μια έννοια που συχνά απουσιάζει από τον σύγχρονο πολιτικό λόγο: το μέτρο. Όχι ως συμβιβασμό ούτε ως αποφυγή των συγκρούσεων που συνοδεύουν αναπόφευκτα τη δημοκρατική ζωή, αλλά ως ικανότητα σύνθεσης. Ως δυνατότητα να συνυπάρχουν η ελευθερία και η ευθύνη, η πρόοδος και η κοινωνική συνοχή, η διαφορετικότητα των απόψεων και η αναζήτηση ενός κοινού σκοπού.
Αυτή είναι, κατά τη δική μου ανάγνωση, η ουσία της αρμονίας που προτείνει ο συγγραφέας. Μια διαρκής προσπάθεια εξισορρόπησης μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Μια προσπάθεια που δεν ανήκει μόνο στους θεσμούς ή στις κυβερνήσεις, αλλά αφορά και την κοινωνία, τον δημόσιο λόγο, την παιδεία, την καθημερινή μας στάση απέναντι στα κοινά.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας να μην είναι μόνο ποιο κόμμα θα κυβερνήσει ή ποιος πολιτικός θα επικρατήσει στους εκλογικούς συσχετισμούς αλλά αν οι δημοκρατικές κοινωνίες μπορούν να ανακτήσουν την ικανότητα να σκέφτονται συλλογικά, να εμπιστεύονται θεσμούς που αξίζουν την εμπιστοσύνη τους και να διαμορφώνουν ένα κοινό όραμα για το μέλλον.
Αυτή θεωρώ ότι είναι η αγωνία που διαπερνά το βιβλίο του Βασίλη Μαστρογιάννη. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι η συζήτηση που ανοίγει δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία του σελίδα. Από ένα σημείο και μετά μεταφέρεται σε όλους εμάς: στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία, στη σχέση μας με τους θεσμούς, στην ποιότητα της συμμετοχής μας στα κοινά και στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε απέναντι στο μέλλον.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το βιβλίο συναντά με ιδιαίτερη ένταση τη σημερινή πολιτική συγκυρία. Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο αναδιάταξης του πολιτικού της συστήματος. Οι μετατοπίσεις που καταγράφονται στο κοινωνικό σώμα, η αμφισβήτηση παραδοσιακών μορφών εκπροσώπησης και η αναζήτηση νέων συλλογικών αφηγήσεων δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο το ζήτημα της δημοκρατικής διακυβέρνησης αποκτά εκ νέου κεντρική σημασία.
Η συζήτηση για την αρμονία αποκτά εδώ και σαφή πολιτική διάσταση. Ο δημοκρατικός και προοδευτικός χώρος δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής μέσα από κατακερματισμένες εκφράσεις, παράλληλες διαδρομές και αλληλοαναιρούμενες στρατηγικές. Οι προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας απαιτούν μεγαλύτερη συνεννόηση, προγραμματική σαφήνεια και δυνατότητα συγκρότησης μιας ευρύτερης ενιαίας δημοκρατικής παράταξης, ικανής να εκφράσει κοινωνικές δυνάμεις που σήμερα παραμένουν πολιτικά διάσπαρτες και συχνά αναποτελεσματικά εκπροσωπούμενες.
Η ιστορία της δημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα υπήρξε πάντοτε ιστορία σύνθεσης διαφορετικών κοινωνικών ρευμάτων, ιδεών και προσδοκιών. Στις σημερινές συνθήκες, η αναζήτηση αυτής της σύνθεσης επανέρχεται ως πολιτική και κοινωνική αναγκαιότητα. Όχι για να υπηρετήσει κομματικές ισορροπίες, αλλά για να διαμορφώσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.
Αν η αρμονία έχει πολιτικό περιεχόμενο, αυτό βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητα να μετατρέπεται η πολυφωνία σε κοινό σχέδιο με προοπτική και η δημοκρατική παράταξη σε δύναμη αλλαγής για τη χώρα.
Αγαπητέ Βασίλη,
το βιβλίο σου έρχεται σε μια στιγμή που ο δημόσιος λόγος έχει ανάγκη από περισσότερη σκέψη, μεγαλύτερη ευθύνη και πιο καθαρές προτάσεις. Δεν κλείνει τη συζήτηση. Την ανοίγει. Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό που μπορεί να προσφέρει ένα πολιτικό βιβλίο. Να μας βοηθήσει να σκεφτούμε, να συζητήσουμε και να αναζητήσουμε ξανά τους όρους μιας δημοκρατικής και προοδευτικής προοπτικής για τη χώρα.
Σε συγχαίρω θερμά για αυτή τη συγγραφική προσπάθεια και εύχομαι το «Με Αρμονία» να διαβαστεί, να συζητηθεί και να λειτουργήσει ως αφορμή γόνιμου δημόσιου διαλόγου.
Σας ευχαριστώ.














