Άγιος Κωνσταντίνος Μέγας, Ισαπόστολος και πρώτος Ορθόδοξος Αυτοκράτορας και Αγία Ελένη Ισαπόστολος και μητέρα του

Η οικογένεια αποτελεί το πρωταρχικό κύτταρο κάθε κοινωνίας και σε κάθε εποχή. Η «ποιότητα» της οικογένειας αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για την πορεία της κοινωνίας. Η δημιουργία οικογένειας δεν αποτελεί εμπόδιο για την πορεία του ανθρώπου προς την κατά χάρη θέωση. Θα έγραφα ότι πολλές φορές την βοηθά αυτή την πορεία. Υπάρχουν άγιοι σύζυγοι ή πατέρας και παιδιά ή μητέρα με παιδιά. Σήμερα θα ασχοληθούμε με την περίπτωση μητέρας και υιού. Ναι, καλά αντιληφθήκατε, αναφερόμαστε  στους ισαποστόλους Αγία Ελένη και τον υιό της Άγιο Κωνσταντίνο τον κατά την Ιστορία Μέγας.

Αγία Ελένη

Ελληνίδα γεννηθείσα στο Δρέπανο της Μικράς Ασίας περί το 247 μ. Χ., Ήταν κόρη πανδοχέα και σύζυγος του Κωνστάντιου ή Κωνσταντίνου Χλωρού. Τον Κωνσταντίνο γέννησε μεταξύ των ετών 272-288 στη  Ναϊσό της Μοισίας. Μετά από πέντε έτη ο Κωνστάντιος γίνεται Καίσαρας από τον Διοκλητιανό και επειδή η Ελένη ήταν ταπεινής καταγωγής, αυτό ήταν αντίθετο στο νομικά πλαίσιο της εποχής, την χωρίζει και παντρεύεται την θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, Θεοδώρα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος τιμούσε υπερβολικά την μητέρα του. Έβαλε τη μορφή της σε νομίσματα και ονόμασε Ελενόπολη τη γενέτειρά της.

Η Αγία έδειξε την ευσέβειά της προς την Εκκλησία με πολλές ευεργεσίες και ανοικοδομήσεις ναών σε πολλές πόλεις, όπως στη Ρώμη του Τιμίου Σταυρού, στην Κωνσταντινούπολη των Αγίων Αποστόλων , στο όρος των Ελαιών τη Βασιλική της Γεθσημανή. Το 326 πήγε στους Αγίους Τόπους όπου  «με μέγαν κόπον και πολλὴν έξοδον και φοβερίσματα ηύρεν τον τίμιον σταυρὸν και τους άλλους δύο σταυρούς των ληστών», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Με θαυμαστό τρόπο ξεχώρισε ο Σταυρός του Σωτήρα Χριστού μας από εκείνους των ληστών.

Μετά από την εύρεση των Σταυρών κατά το ταξίδι της επιστροφής πέρασε και από την αγιοτόκο Κύπρο.

Σε ηλικία ογδόντα ετών κοιμήθηκε ειρηνικά αφήνοντας την περιουσία της στο γιό της και στα εγγόνια της. Ο υιός της Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε το τίμιο λείψανό της και το έθαψε στην Κωνσταντινούπολη στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Άγιος Κωνσταντίνος

Μετά τον θάνατο του Κωνστάντιου ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον υιό του, Μέγα Κωνσταντίνο. Μια σειρά ιστορικών γεγονότων έφερε αντιμέτωπους τον Άγιο Κωνσταντίνο και τον Μαξέντιο, γιό του Μαξιμιανού, ο οποίος υπερτερούσε σε αριθμό στρατιωτών. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν συγκρατημένος και ήθελε να ζητήσει την βοήθεια του Θεού. Ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει ότι έφερε στη σκέψη του όλους εκείνους που στράφηκαν προς τους ειδωλολατρικούς θεούς και το τέλος που είχαν. Άρχισε να προσεύχεται στον Θεό και τότε είδε σε όραμα ένα Σταυρό με την επιγραφή  «τούτῳ νίκα». Το βράδυ εμφανίστηκε στον ύπνο του ο Χριστός, ο οποίος τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το έχει ως φυλακτήριο στους πολέμους. Έχοντας ως λάβαρο το κατασκεύασμα αυτό προχωρά χωρίς αντίσταση και φθάνει στη Ρώμη και δείχνει ενδιαφέρον για τους Χριστιανούς και για την Εκκλησία στην Αφρική.

Το 313 μ.Χ. στα Μεδιόλανα γίνεται ο γάμος του Λικινίου και της αδελφής του Κωνσταντίνου, Κωνσταντίας. Τότε γίνεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Λικινίου για την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας.

Ένα σοβαρό πρόβλημα για την εποχή ήταν ο Αρειανισμός, η αίρεση του Αρείου που κατέλυε το δόγμα της Τριαδικότητας. Αμέσως έστειλε επιστολή στον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και στον Άρειο. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Αμέσως συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.

Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι προσήλθε στη Σύνοδο ο Κωνσταντίνος με ευσέβεια και ταπεινότητα. Τόνισε στην ομιλία του «περὶ της πίστεως σπουδάσωμεν». Τις αποφάσεις της Συνόδου που καταδίκασε τον Άρειο ανέλαβε να προωθήσει με επιστολές του ο Μέγας Κωνσταντίνος στις Εκκλησίες της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας και φυσικά εντός της επικράτειας. Επίσης, απαγορεύει την απόκτηση των συγγραμμάτων του Αρείου.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του είναι αυτή που τον καταξιώνει στην χριστιανική συνείδηση και τον ανυψώνει πνευματικά. Ο Άγιος κατά το  337 αισθάνεται σημάδια σοβαρής ασθένειας και προσέρχεται σε ιαματικά λουτρά. Η επιδείνωση της ασθένειας τον οδήγησε στην Ελενόπολη, όπου στον ναό των Μαρτύρων ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες.

Ο Άγιος διαισθάνεται το τέλος της επίγειας ζωής του και καλλιεργεί μέσα του την μνήμη του θανάτου. Καταφεύγει σε προάστιο της Νικομηδείας και καλεί τους επισκόπους, προς τους οποίους απηύθυνε τούτους τους λόγους: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».

Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.

Η μνήμη τους εορτάζεται κατ’ έτος την 21η Μαΐου.

Μυργιώτης Παναγιώτης

Μαθηματικός

Σχετικά άρθρα

- Advertisement -spot_img
- Advertisement -spot_img
- Advertisement - spot_img
- Advertisement -spot_img

Δείτε ακόμα