Το 2025 στην Ελλάδα σημειώθηκαν οι λιγότερες γεννήσεις στην ιστορία
Η υπογεννητικότητα δεν είναι μόνο δημογραφικό πρόβλημα — είναι ζήτημα ισότητας, εργασίας και κοινωνικής βιωσιμότητας
Το 2025 καταγράφηκε στην Ελλάδα ο χαμηλότερος αριθμός γεννήσεων που έχει σημειωθεί ποτέ, με τις γεννήσεις να υποχωρούν στις 66.532. Πρόκειται για ένα ιστορικό χαμηλό που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως στατιστική ανωμαλία ή παροδική κρίση. Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών απουσίας μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και μετακύλισης της ευθύνης αποκλειστικά στις οικογένειες.
Το δημογραφικό πρόβλημα δεν αφορά μόνο το μέλλον. Αφορά το παρόν της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής συνοχής. Και κυρίως, αφορά το ερώτημα: σε ποια χώρα καλούνται σήμερα οι νέοι άνθρωποι να μεγαλώσουν παιδιά; Κάποιες χώρες έχουν καταφέρει να επιλύσουν αποτελεσματικά βασικα αλλά και πιο πολύπλοκα ζητήματα που συντελούν στο βιογραφικό πρόβλημα.
Στην Ελλάδα υπάρχουν τρεις άξονες που πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψιν κατά το σχηματισμό οικογενειακών πολιτικών αλλά συχνά παραλείπονται.
1. Υπογεννητικότητα και εκπαίδευση: όταν ο φόβος δεν είναι μόνο τα πρώτα χρόνια, αλλά και το “μετά”
Η δημόσια συζήτηση και οι ρυθμίσεις γύρω από την οικογενειακή πολιτική, συχνά εστιάζουν στη βρεφική και προσχολική ηλικία. Όμως, για μεγάλη πλειονότητα γονέων, ο φόβος δεν αφορά μόνο στα πρώτα χρόνια ζωής ενός παιδιού. Αφορά και στο μέλλον του: με έναν από τους μεγαλύτερους το αν και πώς θα μπορέσουν να το σπουδάσουν ούτως ώστε αυτό να καταφέρει να αυτονομηθεί κοινωνικά και οικονομικά.
Στην Ελλάδα, το κόστος φροντιστηρίων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε συνδυασμό με τα έξοδα φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση — στέγαση, διαβίωση, μετακίνηση — δημιουργεί μια μακροχρόνια οικονομική ανασφάλεια. Η αγωνία αυτή δεν ξεκινά όταν το παιδί τελειώνει το σχολείο· ξεκινά ήδη από την απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, το ζήτημα αυτό δεν αφήνεται στην τύχη του. Στην Αγγλία, τα προπτυχιακά δίδακτρα φτάνουν έως τις 9.250 λίρες ετησίως, όμως το κράτος έχει αναπτύξει ένα καθολικό σύστημα κρατικών φοιτητικών δανείων, στο οποίο προσφεύγει περίπου το 94% των φοιτητών στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Η αποπληρωμή συνδέεται με το εισόδημα μετά την αποφοίτηση, περιορίζοντας ουσιαστικά τον κίνδυνο για τις οικογένειες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σκωτίας, όπου οι εγχώριοι φοιτητές έχουν δωρεάν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με το κράτος να καλύπτει τα δίδακτρα μέσω του Student Awards Agency for Scotland. Παράλληλα, χώρες όπως η Γερμανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Σουηδία και η Ολλανδία εφαρμόζουν μοντέλα χαμηλών ή μηδενικών διδάκτρων, καθώς και επιδομάτων ή ευνοϊκών δανείων.
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι αν τα συστήματα αυτά είναι πανομοιότυπα, αλλά ότι σε όλες αυτές τις χώρες η ισότητα ευκαιριών θεωρείται δημόσια ευθύνη. Αντίθετα, στην Ελλάδα, το βάρος της εκπαίδευσης παραμένει κυρίως οικογενειακό — και αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας.
2. Δημογραφική συρρίκνωση και προσαρμογές στην αγορά εργασίας
Η υπογεννητικότητα δεν επηρεάζει μόνο τους γονείς και τα παιδιά, αλλά και τη δομή της ίδιας της αγοράς εργασίας. Συχνά και πολύ ορθά συζητάμε για το πώς η εργασία πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να στηρίζει εργαζόμενες μητέρες και γονείς. Πολύ λιγότερο όμως συζητάμε για το αντίστροφο: πώς και τα επαγγέλματα που βασίζονται στα παιδιά πρέπει να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.
Επαγγέλματα όπως η διδασκαλία και εκπαίδευση, η μαιευτική, η βρεφονηπιοκομία, η παιδιατρική ιατρικη, η ειδική αγωγή και άλλες υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με τον παιδικό πληθυσμό δεν μπορούν να διατηρηθούν στον ίδιο όγκο σε μια κοινωνία με διαρκώς λιγότερα παιδιά. Ακόμη και αν αυξάνεται η ένταση των υπηρεσιών ανά παιδί, η αριθμητική μείωση είναι καθοριστική.
Η απουσία σχεδιασμού οδηγεί αναπόφευκτα σε επαγγελματικό κορεσμό, υποαπασχόληση και επισφάλεια. Η δημογραφική πολιτική οφείλει να περιλαμβάνει και προσαρμογή των επαγγελματικών κλάδων από την περίοδο εισαγωγής των ανάλογων φοιτητών στα ιδρύματα σε ακόμη πιο δύσκολες αποφάσεις, όπως ο έλεγχος εισαγωγής νέων επαγγελματιών ή η σταδιακή αναδιάρθρωση συγκεκριμένων τομέων.
3. Συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό, το δημογραφικό ως ρυθμιστής βιωσιμότητας
Η συνεχής αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων και η μείωση του εργατικού δυναμικού πιέζουν τα δημόσια κοινωνικά συστήματα, ιδιαίτερα τα συνταξιοδοτικά. Χώρες σε όλη την Ευρώπη συζητούν μεταρρυθμίσεις στα συνταξιοδοτικά συστήματα ώστε να παραμείνουν διατηρήσιμα.
Τέτοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνουν:
- ενθάρρυνση της εργασίας πέραν της τυπικής ηλικίας συνταξιοδότησης με φορολογικά κίνητρα
- προσαρμογή του ύψους των εισφορών και των παροχών σε συνάρτηση με τις δημογραφικές προβλέψεις
- αναθεώρηση του τρόπου χρηματοδότησης των συντάξεων, ώστε να μην επιβαρύνονται δυσανάλογα οι νεότερες γενιές
Η μείωση των γεννήσεων σημαίνει λιγότερους μελλοντικούς εργαζόμενους και περισσότερους συνταξιούχους. Τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά συστήματα, όπως έχουν σχεδιαστεί, βασίζονται σε πληθυσμιακές ισορροπίες που πλέον δεν υφίστανται.
Χωρίς προσαρμογές στα όρια ηλικίας, στη διάρκεια εργασιακού βίου και στη σχέση εισφορών και παροχών το βάρος μεταφέρεται δυσανάλογα στις νεότερες γενιές. Και αυτό ενισχύει περαιτέρω την ανασφάλεια άρα και την αναβολή ή αποφυγή τεκνοποίησης.
Το δημογραφικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα, αλλά με εμπιστοσύνη στο μέλλον
Η υπογεννητικότητα δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά μέτρα ή επικοινωνιακές πολιτικές. Αν δεν μειωθεί το άγχος των οικογενειών για το μέλλον των παιδιών τους — την εκπαίδευση, την εργασία, τη κοινωνική ασφάλεια — καμία πολιτική δεν θα αποδώσει. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να γεννιούνται περισσότερα παιδιά, αλλά να υπάρχει η βεβαιότητα ότι κάθε παιδί, ανεξαρτήτως οικογενειακού εισοδήματος, θα έχει ίσες ευκαιρίες. Χωρίς αυτή τη βεβαιότητα, το δημογραφικό πρόβλημα θα συνεχίσει να βαθαίνει.
*Η Κατερίνα Απ. Καραφωτιά είναι λόγοθεραπεύτρια, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κάρντιφ, Μ. Βρετανίας και δραστηριοποιείται στις πόλεις του Αιγίου και της Πάτρας. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακου τίτλου στην Διοίκηση Μονάδων Υγειας, ενώ το 2023 ασχολήθηκε και με την πολιτική ζωή του τόπου ως υποψήφια Βουλευτής του νομού Αχαΐας.















