Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκονται οι καταθετικοί λογαριασμοί ή οι λογαριασμοί πληρωμών που εμφάνισαν συνολική κίνηση χρέωσης ή πίστωσης άνω των 100.000 ευρώ. Οι εφορία σαρώνει τις καταθέσεις και στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών βρίσκονται εκατοντάδες τραπεζικοί λογαριασμοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του 2025 διακίνησαν μεγάλα χρηματικά.
Πρώτη προτεραιότητα αποτελούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες που χαρακτηρίζονται «υψηλού κινδύνου», οι επιχειρήσεις, αλλά και φυσικά πρόσωπα που απέστειλαν ή δέχθηκαν εμβάσματα από το εσωτερικό ή από τράπεζες του εξωτερικού.
Η ΑΑΔΕ αποκτά μια εκτενή βάση δεδομένων, η οποία θα αποτελέσει τον βασικό μοχλό των διασταυρώσεων
Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκονται οι καταθετικοί λογαριασμοί ή οι λογαριασμοί πληρωμών που εμφάνισαν συνολική κίνηση χρέωσης ή πίστωσης άνω των 100.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τις οδηγίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), οι τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα οφείλουν έως τις 27 Φεβρουαρίου 2026 να διαβιβάσουν στο Taxisnet όλα τα δεδομένα που αφορούν ποσά καταθέσεων, αναλήψεων και επενδύσεων σε κινητές αξίες (μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ.) τα οποία πραγματοποιήθηκαν εντός του 2025.
Με ένα επιθετικό σχέδιο δράσης, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ενισχύει τον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής, επιστρατεύοντας τον αυτοματοποιημένο έλεγχο προσαύξησης περιουσίας και τη στοχευμένη απενεργοποίηση «ύποπτων» αριθμών φορολογικού μητρώου. Οι δύο πρωτοβουλίες δημιουργούν έναν στενό κλοιό γύρω από φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που εμφανίζουν «ασυμφωνίες» μεταξύ δηλωμένων εισοδημάτων και πραγματικών οικονομικών ροών, αλλά και σε ζητήματα φορολογικής ταυτότητας.
Στην καρδιά της νέας στρατηγικής βρίσκεται το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας, το οποίο επιτρέπει στη φορολογική διοίκηση να αναλύει σε βάθος τραπεζικά και χρηματοοικονομικά δεδομένα και να εντοπίζει με ταχύτητα περιπτώσεις όπου τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν δικαιολογούν καταθέσεις, επενδύσεις ή περιουσιακές αποκτήσεις. Τα πρώτα αποτελέσματα των διασταυρώσεων έχουν ήδη οδηγήσει στο άνοιγμα και την ολοκλήρωση ελέγχων σε περισσότερους από 1.500 τραπεζικούς λογαριασμούς, για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις φοροδιαφυγής ή ξεπλύματος χρήματος.
Οι έλεγχοι αυτοί δεν περιορίζονται πλέον στις απλές κινήσεις καταθέσεων. Επεκτείνονται σε δάνεια, πιστωτικές κάρτες, πράξεις ρέπος, επενδυτικά προϊόντα, μετοχές, ηλεκτρονικά πορτοφόλια, ασφαλιστικά συμβόλαια και τραπεζικές θυρίδες, παρέχοντας στην ΑΑΔΕ πλήρη εικόνα της οικονομικής συμπεριφοράς κάθε ΑΦΜ για διάστημα έως και πέντε ετών. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το αυτοματοποιημένο σύστημα BANCAPP, μέσω του οποίου αποστέλλονται μαζικά και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση αιτήματα άρσης τραπεζικού και χρηματοοικονομικού απορρήτου προς τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Όταν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, η διαφορά θεωρείται φορολογητέο εισόδημα και επιβάλλεται φόρος που φτάνει έως και το 33%.
Ταυτόχρονα, τα ευρήματα των ελέγχων περιουσίας τροφοδοτούν άμεσα τη δεύτερη σκέλη της στρατηγικής, που αφορά την απενεργοποίηση ΑΦΜ τα οποία έχουν αποκτηθεί με ψευδή ή παραποιημένα στοιχεία. Η φορολογική διοίκηση προχωρά σε άμεσες ενέργειες όταν διαπιστώνεται χρήση πλαστών ταυτοποιητικών εγγράφων ή ανακριβών δηλώσεων κατά την απόκτηση ΑΦΜ, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενέργεια από τον φορολογούμενο. Με αυτόν τον τρόπο, ο έλεγχος της περιουσίας δεν οδηγεί μόνο σε καταλογισμό φόρων, αλλά και σε «μπλοκάρισμα» της ίδιας της φορολογικής ταυτότητας σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις περιπτώσεις όπου το ύποπτο ΑΦΜ συνδέεται με επιχειρηματική δραστηριότητα. Αν φυσικό πρόσωπο του οποίου ο ΑΦΜ απενεργοποιείται συμμετέχει ως μοναδικός εταίρος ή μέλος σε νομικό πρόσωπο, προβλέπεται ταυτόχρονη απενεργοποίηση και του ΑΦΜ της εταιρείας. Η πρακτική αυτή στοχεύει ευθέως στην εξάρθρωση εταιρειών «κελυφών», οι οποίες συχνά αξιοποιούνται για εικονικές συναλλαγές, απόκρυψη εισοδημάτων και διακίνηση «μαύρου» χρήματος.
Στον ίδιο άξονα εντάσσονται και οι έλεγχοι για φορολογουμένους που εμφανίζονται να διαθέτουν περισσότερους από έναν ΑΦΜ. Η κατοχή πολλαπλών φορολογικών ταυτοτήτων θεωρείται ύποπτη και, εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση για την απενεργοποίηση των επιπλέον ΑΦΜ, η εφορία προχωρά αυτεπάγγελτα, έπειτα από αξιολόγηση δηλώσεων εισοδήματος, περιουσιακών στοιχείων, εταιρικών συμμετοχών και οφειλών.
Εξηγήσεις για ηλεκτρονικές συναλλαγές
Εξηγήσεις στην εφορία θα κληθούν να δώσουν όσοι έχουν ηλεκτρονικές συναλλαγές που ξεπερνούν τα δηλωθέντα εισοδήματα. Ειδικότερα, τις αγορές μέσω πιστωτικών και χρεωστικών καρτών και γενικά ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής που πραγματοποιούν οι φορολογούμενοι παρακολουθεί η εφορία προκειμένου να διαπιστώσει εάν αυτές είναι σε αναλογία με τα εισοδήματα που δηλώνουν.
Στην περίπτωση που οι δαπάνες είναι υψηλότερες ο φορολογούμενος καλείται για έλεγχο και εάν δεν δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων που δαπάνησε πάνω από το εισόδημά του, ακολουθεί ο καταλογισμός φόρων και προστίμων.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται κατά τη συμπλήρωση των κωδικών 049 – 050 του εντύπου Ε1, στους οποίους αναγράφονται οι δαπάνες ηλεκτρονικών πληρωμών, που έγιναν το προηγούμενο έτος.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η έκπτωση φόρου 2.200 ευρώ, κάθε φορολογούμενος οφείλει να προβεί σε αγορές με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής αξίας ίσης με το 30% του δηλωθέντος εισοδήματος και μέχρι ποσού 20.000 ευρώ.
Αν το ποσό που θα συγκεντρώσει είναι μικρότερο, τότε θα τιμωρηθεί με πρόστιμο 22% επί της διαφοράς, του ποσού που αναλογεί στο 30% του εισοδήματός του και του ποσού που συγκέντρωσε.
Ο κίνδυνος υφίσταται για τους φορολογούμενους οι οποίοι στους κωδικούς 049-050 δηλώνουν υψηλότερο ποσό δαπανών, από το ύψος του εισοδήματός τους και τους «τσιμπάει» ο αλγόριθμος της ΑΑΔΕ.
Πώς την «πάτησε» φορολογούμενος
Σε μια από τις πολλές υποθέσεις με δαπάνες υψηλότερες του εισοδήματος, φορολογούμενος δήλωσε για το φορολογικό έτος 2021, ετήσιο εισόδημα ύψους 5.517,26 ευρώ, αλλά οι δαπάνες που πραγματοποίησε το ίδιο έτος, με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής ανήλθαν στο ποσό των 120.961,87 ευρώ.
Οι μεγάλες αγορές χτύπησαν καμπανάκι στην ΑΑΔΕ και διατάχτηκε φορολογικός έλεγχος και άρση του τραπεζικού απορρήτου, καθώς με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, υπήρξαν ποσά αγορών που δεν καλύπτονταν από τα δηλωθέντα εισοδήματα του 2021.
Όπως περιγράφεται η υπόθεση στη σχετική απόφαση (2461/2025) της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, όπου προσέφυγε, ο έλεγχος διαπίστωσε ότι, με εισόδημα 5.517,26 ευρώ, πραγματοποίησε το ίδιο έτος δαπάνες ύψους 120.961,87 ευρώ, ενώ στον κωδικό 049 της υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2021 καταχώρησε το ποσό των 11.843,10 ευρώ, ποσό που ήταν υπερδιπλάσιο του δηλωθέντος εισοδήματος.
Στη συνέχεια ο έλεγχος ανατέθηκε στο Ελεγκτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, το οποίο έστειλε στον φορολογούμενο, στις 10/09/2024, την εντολή ελέγχου και τη γνωστοποίηση της δυνατότητας υποβολής εκπρόθεσμων φορολογικών δηλώσεων, προκειμένου να μειώσει τα πρόστιμο.
Παράλληλα, στις 25-10-2024 του κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά αίτημα παροχής πληροφοριών, που περιλάμβανε πίνακες με συγκεκριμένο πλήθος καταθέσεων/πιστώσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς του προσφεύγοντος, για τις οποίες κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθούν αποδεικτικά στοιχεία για την αιτία διενέργειάς τους.
Ακόμη, το ΕΛΚΕ απέστειλε στις 25-10-2024 αίτημα παροχής στοιχείων προς την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, προκειμένου να του γνωστοποιήσει στοιχεία σχετικά με τη στοιχηματική δραστηριότητα (οικονομικά δεδομένα) του προσφεύγοντος στα τυχερά παίγνια.
Επιπροσθέτως, το ΕΛΚΕ Θεσσαλονίκης υπέβαλε αίτημα άρσης του τραπεζικού απορρήτου στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών και ζήτησε και έλαβε τα στοιχεία των λογαριασμών που τηρούνταν από τον προσφεύγοντα σε τραπεζικά ιδρύματα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι πιστώσεις, βάσει των οποίων πραγματοποιούνται οι χρεώσεις, δικαιολογούνται και προέρχονται από γνωστή πηγή.
Το ποσό που βρέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και το οποίο ο έλεγχος έκρινε ότι δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα του έτους 2021 και των προηγούμενων ετών ήταν 95.224,54 ευρώ.
Κατόπιν ο ελεγχόμενος προσκόμισε αποδείξεις που δικαιολόγησαν ένα μέρος των καταθέσεών του (ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, δωρεές, κοινοί λογαριασμοί κ.λπ.) και το ποσό που χαρακτηρίστηκε προσαύξηση περιουσίας, διαμορφώθηκε σε 52.332,40 ευρώ και επιβλήθηκε σε βάρος του, φόρος εισοδήματος ύψους 17.269,69 ευρώ, πρόστιμο 8.634,85 και συνολικά ο λογαριασμός έφτασε σε 24.897,08 ευρώ.















