ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Ζούμε στην εποχή του αλάνθαστου παιδιού.
Δεν ενοχλεί.
Δεν προκαλεί.
Δεν βρίζει.
Δεν χτυπά.
Δεν αγνοεί κανόνες.
Απλώς… «εκφράζεται».
Και αν ο εκπαιδευτικός τολμήσει να του βάλει όριο, τότε αρχίζει το δράμα.
«Πώς μίλησες έτσι στο παιδί μου;»
«Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;»
«Θα σου δείξω εγώ !»
Και κάποιοι πράγματι πάνε να το δείξουν.
Όχι με διάλογο.
Όχι με καταγγελία.
Όχι θεσμικά.
Με εισβολές, απειλές, τσαμπουκά και όταν η βαρβαρότητα ξεχειλίζει, με γροθιές.
Κι ύστερα όλοι πέφτουμε από τα σύννεφα για την παραβατικότητα των παιδιών.
Από πού άραγε να την έμαθαν;
Από τον Άρη;
Όταν το παιδί βλέπει ότι ο γονιός του δεν αντέχει ούτε μία παρατήρηση και θεωρεί τον εκπαιδευτικό υπηρέτη της οικογένειας, μαθαίνει κάτι πολύ απλό.
<<Εγώ έχω πάντα δίκιο.>>
Και το σχολείο σιγά σιγά μετατρέπεται από χώρο Παιδείας σε χώρο διαχείρισης οικογενειακών εγωισμών.
Ο εκπαιδευτικός, πάλι, πρέπει να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαιτητής, σάκος του μποξ και χαμογελαστός υπάλληλος εξυπηρέτησης πελατών.
Απαγορεύεται να κουραστεί.
Απαγορεύεται να θυμώσει.
Απαγορεύεται να υψώσει τη φωνή.
Ο γονιός όμως, φαίνεται, μπορεί να εισβάλει και να τραμπουκίσει.
Εκεί ξαφνικά εμφανίζονται οι «ιδιαίτερες συνθήκες», η «ένταση της στιγμής» και η περίφημη «αγανάκτηση».
Όχι.
Η αγανάκτηση δεν είναι άδεια βιαιοπραγίας.
Αν ένας εκπαιδευτικός παραβιάσει κανόνες, να ελεγχθεί αυστηρά.
Αλλά όποιος σηκώνει χέρι μέσα σε σχολείο πρέπει να ξέρει ότι δεν μπήκε σε καφενείο.
Μπήκε σε θεσμό.
Και αν η Πολιτεία συνεχίσει να αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη στους τραμπούκους, μια μέρα δεν θα αναρωτιόμαστε γιατί οι εκπαιδευτικοί φοβούνται να βάλουν όρια.
Θα αναρωτιόμαστε γιατί κανείς δεν θέλει πια να τα βάλει.















