ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Η χώρα ξύπνησε λίγο πιο μικρή.
Σαν να έλειπε ένας χτύπος από την καρδιά της.
Ένα κορίτσι δεκαέξι χρονών ανέβηκε σε μια ταράτσα κουβαλώντας στην πλάτη όχι μια σχολική τσάντα, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο από φόβους, «πρέπει», βαθμούς, συγκρίσεις, αποτυχίες που δεν είχαν ακόμη συμβεί και όμως την καταδίωκαν σαν αγέλη.
Κι εμείς;
Εμείς συνεχίζουμε να μιλάμε για «καλή προετοιμασία», «στόχους», «μόρια», «επιτυχίες», «μέλλον».
Λέξεις γυαλιστερές. Λέξεις αποστειρωμένες. Λέξεις που ακούγονται όμορφα σε ημερίδες, σε τηλεοπτικά πάνελ και σε οικογενειακά τραπέζια.
Μόνο που πίσω από αυτές τις λέξεις υπάρχουν παιδιά που λυγίζουν αθόρυβα.
Γιατί στην Ελλάδα των πανελλαδικών δεν μεγαλώνουμε εφήβους.
Κατασκευάζουμε υποψήφιους.
Μικρές μηχανές επίδοσης.
Παιδιά που από μικρά τα μαθαίνουμε πως η αξία τους μετριέται με αριθμούς. Με μόρια. Με βάσεις. Με κόκκινα στυλό πάνω σε διαγωνίσματα.
Αν πετύχεις, «μπράβο».
Αν αποτύχεις, γράψε αλίμονο.
Κι έτσι ένα παιδί αρχίζει να πιστεύει πως δεν είναι άνθρωπος. Είναι αποτέλεσμα.
Ένας βαθμός με πόδια.
Μια κόλλα αναφοράς.
Ένα όνομα σε λίστα επιτυχόντων ή αποτυχόντων.
Και το πιο τρομακτικό;
Οι γονείς που λένε «διάβασε τώρα να ζήσεις αύριο».
Τα φροντιστήρια που πολλαπλασιάζουν ώρες σαν εργοστάσια εξάντλησης.
Τα σχολεία που ασφυκτιούν μέσα σε ύλη δίχως ανάσα.
Μια κοινωνία που χειροκροτεί τον αριστούχο αλλά συχνά αγνοεί τον απελπισμένο.
Πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι ένα παιδί δεκαέξι χρονών πρέπει να κουβαλά στις πλάτες του το βάρος μιας ολόκληρης ζωής;
Πότε κάναμε την εφηβεία εξεταστικό κέντρο;
Πότε αντικαταστήσαμε τα όνειρα με κρίσεις πανικού;
Και μη βιαστεί κανείς να πει πως «έφταιγε μόνο η κατάθλιψη».
Η κατάθλιψη δεν ανθίζει στο κενό.
Τρέφεται από τη μοναξιά, την πίεση, την αίσθηση ότι αν δεν τα καταφέρεις, δεν αξίζεις.
Τρέφεται από έναν κόσμο που απαιτεί συνεχώς επιδόσεις, ακόμα κι από παιδιά που μέσα τους ουρλιάζουν σιωπηλά «δεν αντέχω άλλο».
Το χειρόγραφο σημείωμα που βρέθηκε στο σακίδιό της δεν είναι μόνο αποχαιρετισμός.
Είναι κατηγορητήριο.
Εναντίον όλων μας.
Εναντίον μιας κοινωνίας που έμαθε να ρωτά τα παιδιά «τι βαθμό έγραψες;» πριν τα ρωτήσει «είσαι καλά;»
Που δίδαξε πως η αποτυχία είναι ντροπή.
Που έκανε τον φόβο εκπαιδευτική μέθοδο και το άγχος καθημερινότητα.
Κάπου ανάμεσα σε τετράδια, επαναλήψεις και διαγωνίσματα, ένα κορίτσι χάθηκε από τη ζωή πριν προλάβει να τη ζήσει.
Και αύριο πάλι θα ακουστεί το ίδιο ψυχρό τροπάριο:
«Οι εξετάσεις είναι δύσκολες, αλλά έτσι είναι η ζωή.»
Όχι.
Η ζωή δεν είναι αυτό.
Δεν μπορεί να είναι αυτό.
Γιατί όταν ένα παιδί ανεβαίνει σε μια ταράτσα πιστεύοντας πως το μέλλον του τελείωσε πριν καν αρχίσει, τότε δεν απέτυχε εκείνο.
Απέτυχε ολόκληρη η κοινωνία που το έσπρωξε ως εκεί.















