ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Υπάρχει μια παράξενη φράση που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα στις μικρές και μεγάλες πόλεις: «ο δήμαρχος της καρδιάς μας». Μια φράση τρυφερή στην επιφάνεια, σχεδόν συγκινητική, σαν να μιλά κανείς για έναν άνθρωπο που αγαπήθηκε επειδή υπηρέτησε τον τόπο του με ευθύτητα και αξιοπρέπεια. Κι όμως, κάτω από αυτή τη γλυκερή διατύπωση κρύβεται συχνά μια αλήθεια πικρή, σαν αγριοβότανο.
Δήμαρχος της καρδιάς μας γίνεται εκείνος που ξέρει να μοιράζει τα μικρά μας θαύματα: ένα ρουσφέτι, μια διευκόλυνση, ένα τηλεφώνημα που ανοίγει πόρτες. Μας χαρίζει ένα ψίχουλο εξυπηρέτησης κι εμείς του προσφέρουμε ολόκληρη τη συνείδησή μας, ανταλλάσσοντας την αξιοπρέπειά μας με ένα κομμάτι ψωμί.
Και έτσι, σιγά σιγά, ο πολίτης μεταμορφώνεται. Δεν είναι πια πολίτης· γίνεται αυλικός. Δεν σκέφτεται· χειροκροτεί. Δεν κρίνει· αλυχτά. Μόλις κάποιος τολμήσει να ψελλίσει μια αμφιβολία για το αφεντικό, πεταγόμαστε σαν σκυλιά φύλακες της αυλής του. Όχι επειδή αγαπάμε την πόλη, αλλά επειδή φοβόμαστε μήπως χαθεί το κόκαλο που μας πέταξαν.
Τι μας νοιάζει αν ο ευεργέτης μας σήκωσε παλάτια πάνω σε δημόσια χώματα; Τι μας νοιάζει αν οι καταθέσεις του μεγάλωσαν όσο μίκραινε το ταμείο της πόλης; Δεν εξετάζουμε ούτε νόμους ούτε ηθικές. Μας αρκεί το ξεροκόμματο που μας τάισε.
Και τότε ξεκινά το πιο παράδοξο θέατρο.
Βγαίνει μπροστά ένας άνθρωπος καθαρός. Χωρίς σκιές, χωρίς υπόγειες συμφωνίες, χωρίς τις παλιές τέχνες της συναλλαγής. Και τι λέμε;
«Καλό παιδί… αλλά δεν κάνει για δήμαρχος».
Γιατί;
Γιατί δεν είναι βρώμικος.
Έχουμε φτάσει να πιστεύουμε ότι η εξουσία είναι σαν τον βάλτο, γιατί μόνο όποιος ξέρει να βουτά στη λάσπη μπορεί να περπατήσει μέσα της. Ο έντιμος μας φαίνεται αφελής. Ο καθαρός φαντάζει αδύναμος. Ο ευθύς μάς τρομάζει.
Έτσι, η κοινωνία μας στήνει παράξενους ανδριάντες. Δεν δοξάζει τους τίμιους αλλά τους επιτήδειους. Δεν θαυμάζει την ακεραιότητα, όμως χειροκροτεί την πονηριά. Κάνουμε ήρωες τους διαπλεκόμενους, τους κατεργάρηδες, τους λαθρεπίβουλους. Και ύστερα απορούμε γιατί η πόλη μυρίζει σήψη.
Ακόμη και τα επιχειρήματά μας μοιάζουν με κουρέλια λογικής.
«Δεν είναι ρήτορας», λέμε για τον τίμιο.
Σαν να πιστεύουμε ότι οι μεγάλες λέξεις είναι απορρυπαντικό που ξεπλένει τις μεγάλες αδικίες. Ότι η ρητορεία είναι το άρωμα που καλύπτει τη δυσωδία της αρπαχτής.
Και στο τέλος επαναλαμβάνεται η ίδια επωδός, σαν θλιβερό ρεφρέν μιας κοινωνίας που συμβιβάστηκε με τη σαπίλα:
«Δεν είναι βρώμικος. Άρα δεν κάνει για δήμαρχος».
Η αλήθεια είναι πιο σκληρή απ’ όσο αντέχουμε να παραδεχτούμε.
Γιατί οι δήμαρχοι δεν είναι εκείνοι που καθρεφτίζουν τη διαφθορά.
Είναι οι κοινωνίες που τους γεννούν.
Γιατί ο άπληστος άρχοντας δεν φυτρώνει από μόνος του.
Τον ποτίζουν τα μικρά μας συμφέροντα.
Τον θρέφει η σιωπή μας.
Τον μεγαλώνει η υποταγή μας.
Και έτσι ο «δήμαρχος της καρδιάς μας» δεν είναι παρά ο καθρέφτης μας.
Και όσο το πρόσωπο στον καθρέφτη παραμένει πρόθυμο να πουλήσει τη συνείδησή του για μια μικρή εξυπηρέτηση, τόσο η πόλη θα κυβερνάται από εκείνους που ξέρουν να αγοράζουν ψυχές φτηνά.
Επί της ουσίας το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος κάνει για δήμαρχος, αλλά αν εμείς κάνουμε ακόμη για πολίτες.














