ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 152 ΤΟΥ Ν. 3463/2006
ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Του Νικολάου Ι. Νικολόπουλου
Κατά
της υπ’ αριθ. 55837/2026 απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή μου κατά της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου Πατρέων, με αιτιολογία ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον.
Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ.
Με την παρούσα προσφυγή ζητώ την εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της υποχρέωσης πλήρους ελέγχου των διοικητικών πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εισήλθε στην ουσία των προβαλλόμενων λόγων ακυρότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου Πατρέων, αλλά περιορίστηκε αποκλειστικά στην κρίση ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον εκ μέρους μου. Με τον τρόπο αυτό, η Διοίκηση απέφυγε να εξετάσει σοβαρά ζητήματα που άπτονται της προστασίας της δημοτικής περιουσίας, της νομιμότητας του εξώδικου συμβιβασμού, της επάρκειας της αιτιολογίας της δημοτικής απόφασης και της πληρότητας του διοικητικού φακέλου.
Η παρούσα προσφυγή δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης ούτε στην αμφισβήτηση της σκοπιμότητας των επιλογών της Δημοτικής Επιτροπής. Αντιθέτως, αποσκοπεί αποκλειστικά στον έλεγχο της νομιμότητας των διοικητικών ενεργειών, όπως επιβάλλεται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου.
ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ.
Η υπόθεση αφορά την υπ’ αριθ. 421/2026 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου Πατρέων, με την οποία εγκρίθηκε εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ του Δήμου και της εταιρείας «Ελένη Τσουφλίδου Ι.Κ.Ε.», αναφορικά με τη μίσθωση του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων στη συμβολή των οδών Κανακάρη και Νόρμαν.
Από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο Δήμος Πατρέων προέβαλλε οικονομικές απαιτήσεις λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, ενώ η μισθώτρια εταιρεία προέβαλε αντίθετους ισχυρισμούς σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης. Κατόπιν διαπραγματεύσεων, η Δημοτική Επιτροπή ενέκρινε εξώδικο συμβιβασμό, σύμφωνα με τον οποίο η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής ποσού 35.000 ευρώ, ο Δήμος διατηρεί τις κατατεθείσες εγγυητικές επιστολές και αποκτά την κυριότητα του εγκατεστημένου εξοπλισμού, ο οποίος αποτιμάται στην απόφαση στο ποσό των 105.981,19 ευρώ.
Πρόκειται, συνεπώς, για διοικητική πράξη που αφορά τη διαχείριση δημοτικής περιουσίας και την τύχη σημαντικών οικονομικών απαιτήσεων του Δήμου, γεγονός που επιβάλλει αυξημένο επίπεδο ελέγχου ως προς τη νομιμότητα, την αιτιολογία και τη διασφάλιση του δημοτικού συμφέροντος.
Με γνώμονα την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δήμου και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, υπέβαλα εμπρόθεσμα αίτηση ελέγχου νομιμότητας προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Με την αίτησή μου ζήτησα, μεταξύ άλλων, να εξεταστεί η νομιμότητα της απόφασης, η πληρότητα του διοικητικού φακέλου, η επάρκεια της αιτιολογίας, η βασιμότητα της αποτίμησης του εξοπλισμού και η προστασία του δημοτικού συμφέροντος.
Παρά ταύτα, δεν προχώρησε σε εξέταση κανενός από τους ουσιαστικούς λόγους που είχαν προβληθεί. Με την υπ’ αριθ. 55837/2026 απόφασή της απέρριψε την προσφυγή αποκλειστικά για τυπικό λόγο, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, χωρίς να εξετάσει αν η προσβαλλόμενη δημοτική απόφαση είναι σύννομη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
Η αιτιολογία αυτή καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελή, διότι περιορίζεται σε μία γενική αναφορά περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος, χωρίς να αξιολογεί τα ειδικά πραγματικά και νομικά δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης ούτε να απαντά στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν στην αρχική προσφυγή.
ΙΙΙ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ.
Η παρούσα προσφυγή δεν επιδιώκει την επανεκτίμηση της σκοπιμότητας του εξώδικου συμβιβασμού ούτε την υποκατάσταση της Δημοτικής Επιτροπής στις αποφάσεις της.
Αντιθέτως, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι κάθε διοικητική πράξη που αφορά τη διαχείριση δημοτικής περιουσίας υπόκειται στον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας και ότι η αρμόδια ελεγκτική αρχή εξετάζει ουσιαστικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας. Η άσκηση του ελέγχου αυτού αποτελεί βασική εγγύηση της νομιμότητας, της διαφάνειας και της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.
Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή του άρθρου 152 καλείται να εξετάσει όχι μόνο το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος, αλλά και αν η Αποκεντρωμένη Διοίκηση εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να προβεί σε ουσιαστικό και πλήρη έλεγχο της προσβαλλόμενης δημοτικής πράξης.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
IV. Το συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας.
Ο νομοθέτης, με τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, του προγράμματος «Καλλικράτης» και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, καθιέρωσε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοικητικού ελέγχου των πράξεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ο έλεγχος αυτός δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση των αιρετών οργάνων ούτε στην αξιολόγηση της σκοπιμότητας των επιλογών τους, αλλά στην εξασφάλιση ότι κάθε διοικητική πράξη:
- εκδίδεται από αρμόδιο όργανο,
- στηρίζεται σε νόμιμη διαδικασία,
- αιτιολογείται επαρκώς,
- προστατεύει το δημόσιο συμφέρον,
- δεν παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης,
- δεν προκαλεί ζημία στη δημόσια ή δημοτική περιουσία.
Η συνταγματική κατοχύρωση της νομιμότητας της διοικητικής δράσης απορρέει από τις αρχές του κράτους δικαίου, της νομιμότητας της διοίκησης και της αποτελεσματικής διοικητικής προστασίας. Ο διοικητικός έλεγχος αποτελεί ουσιώδη εγγύηση για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την προστασία της δημόσιας περιουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο έλεγχος αυτός δεν ασκήθηκε επί της ουσίας, καθώς η Αποκεντρωμένη Διοίκηση απέρριψε την προσφυγή αποκλειστικά για λόγους εννόμου συμφέροντος, χωρίς να εξετάσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί νομιμότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης.
V. Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος.
Η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνεται αποκλειστικά στην κρίση ότι ο προσφεύγων δεν διαθέτει έννομο συμφέρον.
Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη τόσο ως προς την ερμηνεία του νόμου όσο και ως προς την εφαρμογή του στις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Το έννομο συμφέρον δεν αποτελεί τυπική διαδικαστική προϋπόθεση που εξετάζεται αφηρημένα. Αντιθέτως, πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το αντικείμενο της προσβαλλόμενης πράξης, τη φύση της έννομης σχέσης και τις συνέπειες που αυτή παράγει.
Η υπ’ αριθ. 421/2026 απόφαση αφορά:
- τη διαχείριση δημοτικής περιουσίας,
- την είσπραξη δημοτικών απαιτήσεων,
- την παραίτηση από οικονομικές αξιώσεις,
- την αποδοχή συγκεκριμένου οικονομικού ανταλλάγματος,
- την αποτίμηση εξοπλισμού αξίας 105.981,19 ευρώ.
Δεν πρόκειται συνεπώς για μία διοικητική πράξη χωρίς οικονομικές ή έννομες συνέπειες, αλλά για πράξη που επηρεάζει άμεσα την περιουσιακή κατάσταση του Δήμου.
Η προστασία της δημοτικής περιουσίας δεν αποτελεί ζήτημα αποκλειστικού ενδιαφέροντος της δημοτικής αρχής. Συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα της διοικητικής δράσης και με την υποχρέωση κάθε διοικητικού οργάνου να ενεργεί προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος.
Στην αρχική προσφυγή δεν προβλήθηκαν γενικές ή αόριστες αιτιάσεις. Αντιθέτως, ζητήθηκε συγκεκριμένα:
- ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης,
- η αναζήτηση του διοικητικού φακέλου,
- ο έλεγχος της αποτίμησης του εξοπλισμού,
- η εξέταση της οικονομικής ωφέλειας του συμβιβασμού,
- η προστασία της δημοτικής περιουσίας.
Επομένως, η προσφυγή δεν είχε χαρακτήρα γενικής αμφισβήτησης της διοικητικής δράσης, αλλά αφορούσε συγκεκριμένες πλημμέλειες, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.
VI. Εσφαλμένη εφαρμογή της έννοιας του εννόμου συμφέροντος
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση περιορίστηκε στην παράθεση γενικών θεωρητικών αρχών περί εννόμου συμφέροντος.
Δεν αξιολόγησε:
- τη φύση της προσβαλλόμενης πράξης,
- το περιεχόμενο των ισχυρισμών,
- το οικονομικό αντικείμενο της υπόθεσης,
- την υποχρέωση προστασίας της δημοτικής περιουσίας.
Η αιτιολογία της είναι απολύτως γενική.
Δεν εξηγεί για ποιο λόγο οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρότητας δεν μπορούσαν να εξεταστούν.
Δεν αιτιολογεί γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση δεν δικαιολογεί ουσιαστικό έλεγχο.
Δεν αντικρούει ούτε έναν από τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αρχικής προσφυγής.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
VII. Παραβίαση της υποχρέωσης πλήρους διοικητικού ελέγχου.
Η αποστολή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης δεν εξαντλείται στη διαπίστωση τυπικών προϋποθέσεων.
Αντίθετα, ο έλεγχος νομιμότητας προϋποθέτει ουσιαστική αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών όταν αυτοί αφορούν:
- τήρηση της νομοθεσίας,
- προστασία της δημοτικής περιουσίας,
- οικονομική διαχείριση,
- αιτιολογία διοικητικών πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση ουδείς από τους παραπάνω ισχυρισμούς εξετάστηκε.
Δεν αξιολογήθηκε η νομιμότητα του εξώδικου συμβιβασμού.
Δεν εξετάστηκε η βασιμότητα της αποτίμησης του εξοπλισμού.
Δεν ερευνήθηκε αν ο διοικητικός φάκελος ήταν πλήρης.
Δεν διαπιστώθηκε αν υπήρχε τεχνική τεκμηρίωση της αξίας των εγκαταστάσεων.
Δεν ελέγχθηκε αν η Δημοτική Επιτροπή διέθετε επαρκή στοιχεία για να οδηγηθεί στη συγκεκριμένη κρίση.
Η παράλειψη αυτή συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
VIII. Παραβίαση της αρχής της ειδικής αιτιολογίας.
Κάθε διοικητική πράξη πρέπει να είναι ειδικά και επαρκώς αιτιολογημένη.
Η υποχρέωση αυτή αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διοικητικού δικαίου και εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς:
- επιτρέπει στον διοικούμενο να γνωρίζει τους λόγους της διοικητικής κρίσης,
- καθιστά εφικτό τον αποτελεσματικό έλεγχο της νομιμότητας,
- διασφαλίζει τη διαφάνεια της διοικητικής δράσης,
- αποτρέπει αυθαίρετες διοικητικές κρίσεις.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές.
Η αιτιολογία της εξαντλείται στην επίκληση γενικών θεωρητικών αρχών περί εννόμου συμφέροντος, χωρίς να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και χωρίς να απαντά στους επιμέρους ισχυρισμούς της αρχικής προσφυγής.
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
ΕΙΔΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 421/2026 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ.
IX. Αντικείμενο του ελέγχου νομιμότητας.
Η υπ’ αριθ. 421/2026 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής δεν αποτελεί μία απλή πράξη διαχείρισης της καθημερινής λειτουργίας του Δήμου. Αντιθέτως, αφορά τη διευθέτηση σημαντικών οικονομικών απαιτήσεων, τη ρύθμιση αμοιβαίων αξιώσεων μεταξύ του Δήμου Πατρέων και ιδιώτη μισθωτή, καθώς και την τύχη περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τη λειτουργία δημοτικής υποδομής.
Ως εκ τούτου, πρόκειται για πράξη με ιδιαίτερη οικονομική και διοικητική βαρύτητα, η οποία όφειλε να ελεγχθεί με αυξημένη επιμέλεια τόσο από τη Δημοτική Επιτροπή όσο και από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
Η άσκηση ελέγχου νομιμότητας σε τέτοιου είδους αποφάσεις δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της τυπικής αρμοδιότητας του οργάνου. Περιλαμβάνει και την εξέταση της επάρκειας της αιτιολογίας, της πληρότητας του φακέλου, της ορθής εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών και της διασφάλισης του δημοτικού συμφέροντος.
Χ. Η οικονομική σημασία του εξώδικου συμβιβασμού.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο εξώδικος συμβιβασμός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
- καταβολή ποσού 35.000 ευρώ από τη μισθώτρια εταιρεία,
- παραμονή στον Δήμο των εγγυητικών επιστολών,
- παραμονή στον Δήμο εγκατεστημένου εξοπλισμού,
- αμοιβαία παραίτηση από περαιτέρω αξιώσεις μετά την ολοκλήρωση του συμβιβασμού.
Οι όροι αυτοί επιφέρουν άμεσες οικονομικές συνέπειες για τον Δήμο και συνεπώς απαιτούσαν πλήρη τεκμηρίωση ως προς τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητά τους.
Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι επήλθε συμβιβασμός. Απαιτείται να προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο έλαβε την απόφασή του κατόπιν επαρκούς αξιολόγησης όλων των οικονομικών δεδομένων και των πιθανών συνεπειών της επιλογής του.
XI. Η αποτίμηση του εξοπλισμού.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η αναφορά της απόφασης ότι ο εγκατεστημένος εξοπλισμός αποτιμάται στο ποσό των 105.981,19 ευρώ.
Το συγκεκριμένο στοιχείο χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για να υποστηριχθεί ότι ο συμβιβασμός είναι οικονομικά επωφελής για τον Δήμο.
Ωστόσο, από τα έγγραφα που έχουν τεθεί υπόψη της Επιτροπής δεν προκύπτει αυτοτελώς η ύπαρξη ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης, πιστοποιημένης έκθεσης εκτίμησης ή άλλου ισοδύναμου αποδεικτικού στοιχείου που να τεκμηριώνει την αξία αυτή. Η παρούσα επισήμανση βασίζεται αποκλειστικά στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον διαθέσιμο διοικητικό φάκελο και δεν προδικάζει το περιεχόμενο τυχόν εγγράφων που δεν έχουν τεθεί υπόψη της Επιτροπής.
Ακριβώς για τον λόγο αυτό, με την αρχική προσφυγή ζητήθηκε η αναζήτηση και ο πλήρης έλεγχος του διοικητικού φακέλου, ώστε να διαπιστωθεί εάν υφίσταται η απαιτούμενη τεχνική τεκμηρίωση.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν προέβη σε καμία σχετική διερεύνηση, καθώς δεν εξέτασε την ουσία της προσφυγής.
XII. Η πληρότητα του διοικητικού φακέλου.
Η νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης δεν εξαρτάται μόνο από το τελικό διατακτικό της, αλλά και από την πληρότητα των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του αποφασίζοντος οργάνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, κρίσιμα ζητήματα, όπως:
- η οικονομική αποτίμηση του εξοπλισμού,
- η εκτίμηση της αξίας των εκατέρωθεν αξιώσεων,
- η αξιολόγηση των κινδύνων από ενδεχόμενη δικαστική αντιδικία,
- η εκτίμηση του συνολικού οικονομικού αποτελέσματος του συμβιβασμού,
- έπρεπε να προκύπτουν με σαφήνεια από τον διοικητικό φάκελο.
Η αρχική αναφορά ζητούσε ακριβώς να ελεγχθεί η πληρότητα αυτού του φακέλου.
Η παράλειψη εξέτασης του αιτήματος αυτού στερεί από την προσβαλλόμενη απόφαση της Αποκεντρωμένης την απαιτούμενη πληρότητα.
XIII. Η προστασία της δημοτικής περιουσίας.
Η διαχείριση της δημοτικής περιουσίας αποτελεί βασική υποχρέωση κάθε οργάνου του Δήμου.
Οι αποφάσεις που συνεπάγονται:
- παραίτηση από απαιτήσεις,
- συμβιβασμό οικονομικών διαφορών,
- αποδοχή περιουσιακών στοιχείων αντί χρηματικών απαιτήσεων,
- οφείλουν να τεκμηριώνονται με τρόπο που να αποδεικνύει ότι εξυπηρετούν το δημοτικό συμφέρον.
Η σχετική γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας αξιολογεί ότι ο συμβιβασμός είναι συμφέρων για τον Δήμο, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγυητικές επιστολές, το ποσό των 35.000 ευρώ και την αξία του εξοπλισμού.
Η κρίση αυτή, όμως, δεν απαλλάσσει την εποπτεύουσα αρχή από την υποχρέωση να ελέγξει αν τα πραγματικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται η γνωμοδότηση τεκμηριώνονται επαρκώς στον διοικητικό φάκελο.
XIV. Παράλειψη ουσιαστικού ελέγχου από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
Το ουσιώδες ζήτημα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι αν ο εξώδικος συμβιβασμός ήταν τελικά συμφέρων ή μη.
Το ζήτημα είναι ότι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν εξέτασε ποτέ αν:
- η Δημοτική Επιτροπή διέθετε όλα τα αναγκαία στοιχεία,
- η αιτιολογία της ήταν επαρκής,
- η αποτίμηση του εξοπλισμού τεκμηριωνόταν,
- η διαδικασία ήταν πλήρης και σύννομη.
Αντί να ασκήσει τον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας, απέρριψε την προσφυγή αποκλειστικά λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Η στάση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνουν ανεξέλεγκτα όλα τα ουσιαστικά ζητήματα που τέθηκαν με την αρχική προσφυγή και συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης της αποστολής του εποπτικού ελέγχου.
ΜΕΡΟΣ IV
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΝΟΜΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ.
XV. Η αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης.
Η αρχή της νομιμότητας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της διοικητικής λειτουργίας και επιβάλλει σε κάθε διοικητικό όργανο να ενεργεί αποκλειστικά εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα και ο νόμος.
Η αρχή αυτή δεν εξαντλείται στην τυπική ύπαρξη αρμοδιότητας. Προϋποθέτει ότι κάθε διοικητική πράξη:
- στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που έχουν ερευνηθεί,
- βασίζεται σε πλήρη διοικητικό φάκελο,
- είναι αποτέλεσμα νόμιμης διαδικασίας,
- περιέχει ειδική και επαρκή αιτιολογία,
- εξυπηρετεί αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον.
Η εποπτεύουσα αρχή, κατά τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των ΟΤΑ, δεν μπορεί να περιορίζεται σε τυπικές διαπιστώσεις όταν προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί περί παράβασης της νομιμότητας. Οφείλει να εξετάζει αν τα πραγματικά δεδομένα που στήριξαν την έκδοση της πράξης είναι επαρκώς τεκμηριωμένα.
Στην παρούσα υπόθεση, αντί του ελέγχου αυτού, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση απέρριψε την προσφυγή αποκλειστικά λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, χωρίς να αξιολογήσει κανέναν από τους ουσιαστικούς λόγους που είχαν τεθεί.
XVI. Η υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων αποτελεί ουσιώδη εγγύηση της νομιμότητας.
Δεν αρκεί η παράθεση γενικών νομικών σκέψεων ή η αναφορά σε θεωρητικές έννοιες. Η διοίκηση οφείλει να εξηγεί:
- ποια πραγματικά περιστατικά αποδέχεται,
- ποια αποδεικτικά στοιχεία αξιολόγησε,
- ποιοι ισχυρισμοί εξετάστηκαν,
- γιατί απορρίπτονται οι αντίθετοι ισχυρισμοί.
Η απαίτηση αυτή είναι ιδιαίτερα αυξημένη όταν η διοίκηση απορρίπτει προσφυγή που θέτει συγκεκριμένα ζητήματα νομιμότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάζει:
- τον ισχυρισμό περί ελλιπούς αποτίμησης του εξοπλισμού,
- τον ισχυρισμό περί ελλιπούς διοικητικού φακέλου,
- τον ισχυρισμό περί πλημμελούς οικονομικής αξιολόγησης,
- τον ισχυρισμό περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της Δημοτικής Επιτροπής.
- Αντίθετα, αρκείται σε μία γενική αναφορά περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Μία τέτοια αιτιολογία δεν επιτρέπει ούτε στον διοικούμενο ούτε στην Επιτροπή του άρθρου 152 να ελέγξουν αν η διοίκηση άσκησε πραγματικά τον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας.
XVII. Η αρχή της χρηστής διοίκησης.
Η αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλει στα διοικητικά όργανα να ενεργούν με επιμέλεια, αντικειμενικότητα και πληρότητα.
Η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η διοίκηση καλείται να ελέγξει αποφάσεις που επηρεάζουν τη δημοτική περιουσία.
Η χρηστή διοίκηση δεν εξαντλείται στην ταχεία διεκπεραίωση μιας υπόθεσης.
Προϋποθέτει:
- πλήρη έρευνα,
- αξιολόγηση όλων των στοιχείων,
- αντικειμενική στάθμιση,
- ειδική αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η μη εξέταση των ουσιαστικών ισχυρισμών της προσφυγής συνιστά απόκλιση από τις επιταγές της χρηστής διοίκησης.
XVIII. Η αρχή της προστασίας της δημοτικής περιουσίας.
Η δημοτική περιουσία αποτελεί περιουσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και η διαχείρισή της διέπεται από αυξημένες εγγυήσεις νομιμότητας.
Κάθε πράξη που συνεπάγεται:
μεταβολή περιουσιακών στοιχείων,
- παραίτηση από οικονομικές απαιτήσεις,
- εξώδικο συμβιβασμό,
- αποδοχή εξοπλισμού αντί οικονομικών αξιώσεων,
- οφείλει να τεκμηριώνεται με τρόπο που να αποδεικνύει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του Δήμου.
Η ίδια η απόφαση 421/2026 θεωρεί ότι ο συμβιβασμός είναι συμφέρων, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό των 35.000 €, τις εγγυητικές επιστολές και την αξία του εξοπλισμού.
Η κρίση αυτή, όμως, δεν απαλλάσσει την εποπτεύουσα αρχή από την υποχρέωση να ελέγξει αν τα πραγματικά στοιχεία στα οποία βασίζεται είναι επαρκώς αποδεδειγμένα.
XIX. Η υποχρέωση πλήρους διερεύνησης του διοικητικού φακέλου.
Η νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης δεν μπορεί να κριθεί αποσπασματικά.
Η εποπτεύουσα αρχή οφείλει να αναζητήσει και να αξιολογήσει ολόκληρο τον διοικητικό φάκελο όταν τίθενται συγκεκριμένα ζητήματα που επηρεάζουν τη νομιμότητα της πράξης.
Στην υπό κρίση υπόθεση ζητήθηκε ρητά:
- η αναζήτηση του διοικητικού φακέλου,
- ο έλεγχος της αποτίμησης του εξοπλισμού,
- η εξέταση της οικονομικής αξιολόγησης του συμβιβασμού,
- η διαπίστωση της πληρότητας των αποδεικτικών στοιχείων.
Η απορριπτική απόφαση δεν προκύπτει ότι προχώρησε σε τέτοια διερεύνηση, καθώς δεν εξετάζει την ουσία των προβαλλόμενων λόγων.
XX. Συμπέρασμα της νομικής αξιολόγησης.
Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης πάσχει από ουσιώδεις νομικές πλημμέλειες.
Ειδικότερα:
- ερμήνευσε υπέρμετρα περιοριστικά την έννοια του εννόμου συμφέροντος,
- δεν άσκησε τον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας,
- δεν αξιολόγησε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της προσφυγής,
- δεν έλεγξε την πληρότητα του διοικητικού φακέλου,
- δεν διαπίστωσε αν τα οικονομικά στοιχεία που στήριξαν την απόφαση 421/2026 τεκμηριώνονταν επαρκώς,
- και δεν παρείχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη της προσφυγής.
Κατά συνέπεια, η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο ουσιαστικός έλεγχος της νομιμότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής.
ΜΕΡΟΣ V
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΑΙΤΗΜΑ.
XXI. Η ανάγκη ουσιαστικού ελέγχου της διοικητικής πράξης.
Η παρούσα υπόθεση υπερβαίνει τα όρια μιας συνήθους διοικητικής διαφοράς. Δεν αφορά απλώς την εφαρμογή διαδικαστικών κανόνων ούτε την επίλυση μιας ιδιωτικής οικονομικής διαφοράς. Αφορά την άσκηση της εποπτείας επί πράξεων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης που επηρεάζουν άμεσα τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας και των οικονομικών συμφερόντων του Δήμου Πατρέων.
Η υπ’ αριθ. 421/2026 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής ενέκρινε εξώδικο συμβιβασμό με σημαντικό οικονομικό αντικείμενο, περιλαμβάνοντας την καταβολή ποσού, τη διατήρηση εγγυητικών επιστολών και την παραμονή εξοπλισμού δηλωθείσας αξίας 105.981,19 ευρώ στην κυριότητα του Δήμου.
Οι συνέπειες αυτές καθιστούν επιβεβλημένο τον ουσιαστικό έλεγχο της νομιμότητας της πράξης.
XXII. Η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν άσκησε τον προβλεπόμενο από τον νόμο έλεγχο νομιμότητας.
Αντί να εξετάσει:
- εάν η Δημοτική Επιτροπή διέθετε πλήρη διοικητικό φάκελο,
- εάν η οικονομική αξιολόγηση ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη,
- εάν η αποτίμηση του εξοπλισμού στηριζόταν σε επαρκή στοιχεία,
- εάν η αιτιολογία της απόφασης ήταν νόμιμη,
- περιορίστηκε αποκλειστικά στη διαπίστωση ότι ο προσφεύγων δεν διαθέτει έννομο συμφέρον.
Με τον τρόπο αυτό δεν εξετάστηκε ούτε ένας από τους ουσιαστικούς λόγους που είχαν τεθεί με την αρχική προσφυγή.
XXIII. Η σημασία της εποπτείας επί των Ο.Τ.Α.
Ο θεσμός του ελέγχου νομιμότητας δεν θεσπίστηκε για να λειτουργεί ως μια τυπική διαδικασία επικύρωσης των αποφάσεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αντιθέτως, σκοπός του είναι:
- η προστασία της νομιμότητας,
- η διασφάλιση της χρηστής διοίκησης,
- η προστασία της δημοτικής περιουσίας,
- η διαφάνεια στη διαχείριση των οικονομικών των Ο.Τ.Α.,
- η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη δημόσια διοίκηση.
Η άρνηση εξέτασης της ουσίας μιας προσφυγής, όταν αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένους και αιτιολογημένους ισχυρισμούς περί παραβίασης της νομιμότητας, αποδυναμώνει τον θεσμό του διοικητικού ελέγχου και περιορίζει την αποτελεσματικότητά του.
XXIV. Η υποχρέωση της Επιτροπής του άρθρου 152.
Η Επιτροπή του άρθρου 152 δεν καλείται απλώς να επαναλάβει την αιτιολογία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Αντιθέτως, οφείλει να εξετάσει:
- αν η κρίση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος ήταν νόμιμη,
- αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και επαρκή αιτιολογία,
- αν η Αποκεντρωμένη άσκησε πλήρη έλεγχο νομιμότητας,
- αν παραβιάστηκαν οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου.
Η εξέταση αυτή αποτελεί ουσιώδη εγγύηση της διοικητικής νομιμότητας.
XXV. Συνολική αξιολόγηση.
Από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης προκύπτει ότι:
- η αρχική προσφυγή ήταν εμπρόθεσμη, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από την ίδια την Αποκεντρωμένη Διοίκηση,
- η αρχική προσφυγή περιείχε συγκεκριμένους λόγους ακυρότητας και ζητούσε την εξέταση της νομιμότητας της απόφασης, της πληρότητας του φακέλου και της αποτίμησης του εξοπλισμού,
- η απορριπτική απόφαση δεν εξέτασε κανέναν από αυτούς τους ισχυρισμούς, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος,
- και συνεπώς δεν ολοκληρώθηκε ο προβλεπόμενος έλεγχος νομιμότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης.
Η παράλειψη αυτή συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
XXVI. ΑΙΤΗΜΑ.
Για όλους τους παραπάνω λόγους και για όσους επιφυλάσσομαι να αναπτύξω προφορικά ή με συμπληρωματικό υπόμνημα,
ΖΗΤΩ:
Να γίνει δεκτή η παρούσα προσφυγή.
Να ακυρωθεί (εξαφανισθεί) η υπ’ αριθ. 55837/2026 απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου.
Να αναγνωρισθεί ότι η αρχική προσφυγή ήταν παραδεκτή και ότι συνέτρεχε το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Να κριθεί ότι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση όφειλε να εξετάσει επί της ουσίας τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής.
Να αναπεμφθεί η υπόθεση στην αρμόδια αρχή για πλήρη και ουσιαστική εξέταση της νομιμότητας της υπ’ αριθ. 421/2026 απόφασης, με αξιολόγηση όλων των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν.
Να ληφθεί κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο που θα διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της νομιμότητας, την προστασία της δημοτικής περιουσίας και την αποτελεσματική άσκηση του διοικητικού ελέγχου.















