Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη νέα τροπολογία ως μέτρο «επιτάχυνσης» των ποινικών διαδικασιών για πολιτικά πρόσωπα.
Όμως η ουσία της διάταξης βρίσκεται αλλού: στην αλλαγή του ίδιου του μηχανισμού διερεύνησης υποθέσεων που αφορούν βουλευτές.
Η κρίσιμη φράση της τροπολογίας είναι ότι για κακουργήματα βουλευτών η ανάκριση θα διεξάγεται:
«υποχρεωτικά, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, από ειδικό εφέτη ανακριτή».
Και εδώ ακριβώς ξεκινά το θεσμικό πρόβλημα.
Η διατύπωση αυτή δεν αποτελεί μια απλή οργανωτική αλλαγή.
Στην πράξη δημιουργεί ειδικό δικονομικό καθεστώς για πολιτικά πρόσωπα και ταυτόχρονα εγείρει σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης με το ενωσιακό δίκαιο και τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO).
Ο Κανονισμός 2017/1939 της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει στους εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς ανακριτικές εξουσίες που δεν μπορούν να εξουδετερωθούν από μεταγενέστερη εθνική νομοθεσία.
Η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου είναι θεμελιώδης: καμία εθνική διάταξη δεν μπορεί να περιορίσει στην πράξη αρμοδιότητες που απορρέουν απευθείας από ευρωπαϊκό κανονισμό.
Άρα, αν η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει και υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO —δηλαδή υποθέσεις ευρωπαϊκών κονδυλίων, δημοσίων συμβάσεων, συγχρηματοδοτούμενων έργων ή οικονομικών αδικημάτων εις βάρος της Ε.Ε.— τότε προκύπτει ευθεία σύγκρουση δικαιοδοσίας.
Και αυτό εξηγεί γιατί η αντίδραση της Λάουρα Κοβέσι θεωρείται τόσο σοβαρή.
Παράλληλα, η τροπολογία εισάγει ένα de facto ιδιαίτερο ποινικό καθεστώς για τους βουλευτές:
ειδικός ανακριτής,
ειδικές προθεσμίες,
απόλυτη προτεραιότητα,
περιορισμός αναβολών,
διαδικασία εκτός της κοινής ποινικής ροής.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποτελεί προνόμιο αλλά αυστηροποίηση.
Όμως συνταγματικά το ζήτημα δεν είναι μόνο αν κάποιος ευνοείται.
Το κρίσιμο είναι αν αποσπάται από την κοινή δικαιοσύνη και υπάγεται σε ειδικό δικονομικό μηχανισμό.
Και εδώ ακριβώς γεννάται το μεγάλο θεσμικό ερώτημα:
Γιατί το πολιτικό σύστημα χρειάζεται διαρκώς ειδικές διαδικασίες για τον εαυτό του;
Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι η τροπολογία:
δεν αποτέλεσε μέρος συνολικής μεταρρύθμισης του ΚΠΔ,
δεν τέθηκε σε ουσιαστική διαβούλευση,
κατατέθηκε αιφνιδιαστικά,
και με κατεπείγουσα διαδικασία.
Σε ένα κράτος δικαίου, η ποινική δικονομία δεν μπορεί να αλλάζει με λογική πολιτικής διαχείρισης συγκυριών.
Γιατί τότε η κοινωνία δεν βλέπει μεταρρύθμιση.
Βλέπει μηχανισμό αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος.
Και όταν δημιουργείται αυτή η εντύπωση, η ζημιά για τη δημοκρατία είναι ήδη πολύ μεγαλύτερη από την ίδια τη διάταξη.















