Για δεκαετίες, η δημοσίευση και η χορήγηση αντιγράφων διαθηκών ήταν μια απλή, διαφανής και οικονομικά προσιτή διαδικασία. Στα δικαστήρια, όπου ανήκει φυσικά αυτή η διαδικασία, ο πολίτης πληρωνε 5 ευρώ και έπαιρνε το αντίγραφο που χρειαζόταν. Ένα κόστος συμβολικό, που ενίσχυε την αρχή της δημοσιότητας και της προσβασιμότητας της Δικαιοσύνης.
Σήμερα, με πρόσχημα την «επιτάχυνση» και τον «εκσυγχρονισμό», η διαδικασία αυτή αποσπάστηκε από τα δικαστήρια, οδηγώντας σε ένα καθεστώς ασύλληπτου οικονομικού βάρους.
Τα πιστοποιητικά κοστίζουν πλέον 35 ευρώ. Τα “ακριβή” αντίγραφα με θεώρηση μπορούν να αγγίξουν τα 50–60 ευρώ. Τα έξοδα συμβολαιογράφου φτάνουν συχνά τα 100–150 ευρώ. Έτσι, για μια διαδικασία που κόστιζε 5 ευρώ, σήμερα ο πολίτης χρειάζεται 200–300 ευρώ.
Αυτό το άλμα δεν συνιστά μεταρρύθμιση. Είναι μια de facto ιδιωτικοποίηση μιας κρίσιμης πτυχής της Δικαιοσύνης. Και η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης δεν σημαίνει πρόοδο. Σημαίνει αποκλεισμό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή την πραγματικότητα ως “βελτίωση” και “αποσυμφόρηση”. Στην πράξη όμως, αποσύρει το κράτος από μία βασική του αρμοδιότητα και μεταφέρει το κόστος στον πολίτη. Αντί να ενισχύσει τις δομές της Δικαιοσύνης, τις αποδυναμώνει, δίνοντας χώρο σε μηχανισμούς που μετατρέπουν θεμελιώδη δικαιώματα σε προϊόν για όσους μπορούν να πληρώσουν.
Και δεν σταματά εδώ. Η γενικότερη κατεύθυνση των παρεμβάσεων δείχνει μια πολιτική αντίληψη που αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη ως χώρο που μπορεί να “απελευθερωθεί” από το δημόσιο πλαίσιο και να αποτελέσει αντικείμενο “διαχείρισης”, ακόμη και κερδοφορίας. Μιλούν για “ψηφιακά άλματα”, για “επιτάχυνση”, για “αναβαθμισμένες υπηρεσίες”. Στην πράξη όμως, οι αλλαγές οδηγούν σε αυξημένο κόστος, σε μεγαλύτερη γραφειοκρατία, σε μειωμένη διαφάνεια και —το χειρότερο— σε απομάκρυνση του πολίτη από το φυσικό του δικαίωμα να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς οικονομικά εμπόδια.
Η ίδια αντιμετώπιση υπάρχει και στις υποθέσεις προσφυγών. Οι διαδικασίες γίνονται όλο και πιο απομακρυσμένες από τα δικαστήρια, πιο περιοριστικές, πιο “στεγνές” και —πάνω απ’ όλα— λιγότερο δημόσιες. Αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός. Είναι συρρίκνωση του δικαιώματος ελέγχου και προσφυγής σε έναν από τους τρεις πυλώνες του δημοκρατικού πολιτεύματος: τη Δικαιοσύνη.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι ούτε υπηρεσία ούτε προϊόν. Είναι δημόσιος θεσμός. Είναι πυλώνας του Συντάγματος. Είναι ο χώρος όπου ο πολίτης βρίσκει προστασία, όχι τιμολόγιο.
Η δημοσιότητα των διαθηκών, η διαφάνεια των πράξεων, η δυνατότητα προσφυγής και η πρόσβαση στα δικαστήρια πρέπει να είναι καθολικά δικαιώματα, όχι προνόμια όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν 300 ευρώ για ένα απλό έγγραφο.
Γι’ αυτό και στην επόμενη διαδικασία της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων θα πρέπει να τεθεί επιτακτικά το ζήτημα. Η δικαστική διαδικασία γύρω από τις διαθήκες οφείλει να επιστρέψει στον φυσικό της χώρο: στα δικαστήρια. Όχι μόνο για λόγους κόστους, αλλά για λόγους διαφάνειας, δημοσιότητας και θεσμικής ορθότητας.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να “αποσυρθεί”. Δεν μπορεί να “ιδιωτικοποιηθεί”. Και σίγουρα δεν μπορεί να γίνει απρόσιτη.
Γιατί όταν η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη περιορίζεται, δεν πλήττεται απλώς ο πολίτης. Πλήττεται η ίδια η δημοκρατία.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΕΣΚΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΙΓΙΟΥ

















