
ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Κάποτε στο Αίγιο οι γειτονιές είχαν ψυχή.
Άνοιγες το παράθυρο και μύριζες φασολάδα, γιασεμί, ασβέστη και άνθρωπο. Άκουγες τη φωνή της μάνας να καλεί το παιδί από το μπαλκόνι, το ραδιόφωνο του γείτονα να παίζει τα τραγούδια της παρέας, τον μανάβη να διαλαλεί τα ευωδιαστά εδώδιμα της εποχής και τις γιαγιάδες να ξεφλουδίζουν αρακά στα πεζούλια κεντώντας με τις κουβέντες τους την ψυχή της γειτονιάς.
Στις παλιές γειτονιές του Αιγίου δεν χρειαζόσουν κουδούνι.
Έμπαινες στο σπίτι του άλλου με ένα <<ωπ, μέσα είστε;>> και θεωρούσουν οικογένεια. Το ψωμί δανειζόταν, ο καφές μοιραζόταν, η λύπη γινόταν συλλογική υπόθεση. Αν πέθαινε ένας άνθρωπος, μαύριζε όλη η γειτονιά. Αν παντρευόταν μια κοπέλα, γιόρταζε όλο το τετράγωνο.
Και τα παιδιά…
Θεέ μου, εκείνα τα παιδιά.
Έλιωναν τα γόνατά τους στις αλάνες, έπαιζαν μπάλα μέχρι να νυχτώσει, έτρωγαν ψωμί με ζάχαρη και γύριζαν σπίτι μόνο όταν άναβαν τα φώτα στους δρόμους. Δεν υπήρχαν <<ραντεβού για παιχνίδι>>. Η γειτονιά ήταν ένα απέραντο σπίτι και όλες οι μανάδες είχαν δικαίωμα να σε μαλώσουν.
Σήμερα;
Σήμερα η γειτονιά έγινε πάρκινγκ.
Οι άνθρωποι κλείστηκαν σε διαμερίσματα-θυρίδες σαν θυμωμένα περιστέρια και σφράγισαν τις ζωές τους πίσω από θωρακισμένες πόρτες και θυροτηλέφωνα. Ακούνε τον γείτονα να πεθαίνει και ενοχλούνται μόνο επειδή κάνει φασαρία το ασθενοφόρο.
Η <<καλημέρα>> τέθηκε εκτός χρήσης.
Οι άνθρωποι περπατούν στους δρόμους της πόλης σαν καχύποπτοι συνοριοφύλακες. Με πρόσωπα σφιγμένα, νεύρα τεντωμένα και βλέμμα έτοιμο για καβγά. Ένα βλέμμα να τους ρίξεις παραπάνω και νομίζουν πως τους προσβάλλεις. Ένα παιδί να γελάσει δυνατά και θεωρείται ενόχληση. Ένα αυτοκίνητο να σταθεί μισό μέτρο <<στραβά>> και είναι έτοιμοι να καλέσουν δικηγόρο, αστυνομία, εισαγγελέα, γη και ουρανό μαζί. Γίναμε άνθρωποι εύθικτοι και άγριοι.
Μυγιάγγιχτοι, μοναχικοί, καβγατζήδες.
Με έπαρση μεγαλύτερη από τη γαλανόλευκη και καρδιά πιο μικρή από γραμματόσημο.
Χτίσαμε σπίτια μεγαλύτερα, αλλά ψυχές μικρότερες.
Κάποτε η γειτονιά του Αιγίου μύριζε ανθρωπιά.
Τώρα μυρίζει αποξένωση, καχυποψία και κούραση. Ο ένας κοιτάζει τον άλλον σαν πιθανό εχθρό. Οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια. Συγκρούονται. Δεν ακούνε.
Κι όμως…
Καμιά φορά, αργά το απόγευμα, σε κάποια παλιά γωνιά στα Ψηλά Αλώνια ή σε στενά που αντιστέκονται ακόμα στον χρόνο, θα δεις κάπου-κάπου μια γιαγιά να μιλάει με τη γειτόνισσα από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Έναν παππού να καλημερίζει τρεις ανθρώπους στη σειρά. Ένα παιδί να παίζει μπάλα χωρίς τάμπλετ και ακουστικά.
Και τότε λες πως ίσως η γειτονιά δεν πέθανε εντελώς.
Ίσως απλώς χαροπαλεύει κάτω από τα μπάζα της εποχής μας.
Περιμένοντας κάποιον να ξαναχτυπήσει την πόρτα χωρίς λόγο.
Να ξαναπεί μια αληθινή <<καλημέρα>>.
Να θυμηθεί πως άνθρωπος δεν σημαίνει μόνο <<μένω δίπλα>>.
Σημαίνει και <<στέκομαι δίπλα>>.
















