Με την ολοκλήρωση του έτους 2025 και την ανατολή του 2026, θα επιθυμούσαμε μαζί με την (προσ)ευχή μας για έναν καλύτερο κόσμο – άρα καλύτερους ανθρώπους, που συνεπάγεται να γίνουμε πρωτίστως εμείς οι ίδιοι καλύτεροι – να διεισδύσουμε με τη βοήθεια των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας στο Μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως.
Το να αναφέρεσαι σε κοσμοσωτήρια γεγονότα, όπως το σημαντικότερο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας τα Χριστούγεννα, την είσοδο δηλαδή του Ακτίστου στον κτιστό κόσμο, αποτελεί μια άκρως ριψοκίνδυνη πράξη. Διότι, πώς θα μπορέσει ένας τυφλός να περιγράψει το σύμπαν; Οι μόνοι που μπορούν να ψηλαφίσουν και να αναφερθούν στη Χριστού Γέννηση απλανώς είναι οι μέτοχοι και φορείς του ιστορικού και υπεριστορικού αυτού Γεγονότος, οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Πίστεως. Οι σκέψεις, που ακολουθούν, εδράζονται στα Θεολογικά Κείμενα των Κορυφαίων Πατέρων Μ. Αθανασίου, Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου και Ιωάννη Χρυσοστόμου, τις σημαντικότερες προσωπικότητες που γέννησε η ανθρώπινη σοφία.
Χριστού Γέννα. Ο Θεός, ο προαιώνιος, ο πατέρας των πάντων, ο άυλος, άκτιστος και ασώματος, γεννάται σε σπήλαιο. Ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, το φως των εσκοτισμένων, χωρείται στη φάτνη. Ο υπεράγνωστος, απρόσιτος στην ουσία, ασύλληπτος από το νου και αχώρητος μέσα στο σύμπαν, σπαργανώνεται με ράκη σαν θνητός. Αυτός που έβρεξε το μάννα στην έρημο, τρέφεται με μητρικό γάλα. Ο άναρχος, άρχεται. Ο άσαρκος Λόγος, σαρκώνεται. Ταπεινώνει αταπεινώτως, το αταπείνωτο ύψος του και συγκαταβαίνει με τρόπο άφραστο και ακατάληπτο. Ενώ είναι τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος άνθρωπος και πραγματώνει το μέγιστο μυστηριακό και σωτήριο έργο όλων των αιώνων. Διότι τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος. Η ασύλληπτη και απερινόητη αγάπη του Θεού για το πλάσμα Του τον οδηγεί στο θαύμα των θαυμάτων, στο μυστήριο των μυστηρίων. Την απαθή σμίκρυνση του απείρου μεγαλείου της δόξης Του. Την άφατο κένωση της αφαντάστου παντοδυναμίας Του.
Ο νους διαρρηγνύεται, στην προσπάθεια του να συλλάβει το απερινόητο. Η ύπαρξη εισάγεται στη θεία τρέλα της πίστεως. Οι ουρανοί συναντούν τη γη. Το άπειρο εισχωρεί στο πεπερασμένο. Η ταπεινή φάτνη μεγαλύνει τη χριστιανική ομολογία. Αποκαλύπτει την μωρία, την πτωχεία του πνεύματος και το μεγαλείο της Εκκλησίας. Ο νηπιάσας Θεός, διαλύει τις αιχμές του ορθολογισμού και ανοίγει τον δρόμο της σοφής αγνωσίας και της άσοφης γνώσης. Ο Θεός μεταλαμβάνει την ανθρώπινη σάρκα. Ενώνεται με το σώμα. Το προσλαμβάνει και το Θεοποιεί. Το ανασταίνει και το αθανατοποιεί. Κατεβαίνει από τον ουρανό και ανοίγει τη δυνατότητα κοινωνίας ουρανού και γης, ενώσεως Θεού και ανθρώπου.
Αυτή η απέραντη αγάπη, της εθελούσιας συγκαταβάσεως, της απείρου αυτοπτωχεύσεως, γίνεται πνευματική μάχαιρα που διαχωρίζει τη σωτηρία από την απώλεια. Η υπαρξιακή μας τοποθέτηση απέναντι στα Χριστούγεννα είναι ζήτημα αιώνιας ζωής ή αιωνίου θανάτου. Ή αποδεχόμαστε τη σωτηριολογική δύναμη της θείας ενσάρκωσης ή παραδιδόμαστε στην έρημο του μηδενός.
Όπως καταδέχτηκες Κύριε να ανακληθείς στη φάτνη των αλόγων, έτσι δέξου να εισέλθεις στη φάτνη της αλόγου μου ψυχής και στο σπιλωμένο μου σώμα. Άγνιζε, κάθαρε, ρύθμιζε, κάλλυνε, συνέτιζε και φώτιζέ μας για τον αγιασμό, την ίαση, τον φωτισμό, τη νέκρωση των παθών, την ειρήνη των ψυχικών μας δυνάμεων, την πλησμονή σοφίας, χαράς και ευφροσύνης…
Το γεγονός της Θείας ενανθρωπήσεως είναι συνταρακτικό. Η πρόκληση είναι ακαταμάχητη. Πώς μπορούμε να αφήσουμε αναξιοποίητη τη δυνατότητα της προσωπικής μας τελειώσεως; Πώς να παραμείνουμε αμπαρωμένοι, μεσ’ το μίζερο καβούκι της ατομικής μας αθλιότητας;
Ο νους παρέλυσε από τον πληθωρισμό των πολιτικών σλόγκαν, την παγωνιά των κουρδισμένων ιδεολογιών και τον όγκο των διαφημιστικών εκβιασμών. Οι καρδιές βάρυναν από την αφόρητη ελαφρότητα των εφήμερων συγκινήσεων. Κατέληξε ο άνθρωπος κουφός, να σπρώχνει ανεπίγνωστα το πτώμα της απροσμέτρητης λήθης του. «Ζητείται ελπίς»… Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία.
Ο χρόνος είναι το πλαίσιο και η ιστορία το περιεχόμενο.
Η φιλοσοφία τονίζει τον υπαρξιακό και νοηματικό χαρακτήρα του χρόνου.
Η θεολογία αποκαλύπτει τον θείο σκοπό και την εσχατολογική διάσταση της ιστορίας.
Έτσι, η ιστορία δεν είναι απλώς μια σειρά γεγονότων αλλά μια θεανθρώπινη πορεία, όπου η συνείδηση και η χάρη, η ελευθερία και η πρόνοια, ο χρόνος και η αιωνιότητα συνομιλούν.
Οι αναφερόμενοι λόγοι των Αγίων μας, που βιώνουν αιωνίως το Μυστήριο των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, συνιστούν την όντως Θεολογία, αφού αποτελούν την όντως σοφία, που μόνο οι μυημένοι μπορούν να αποκτήσουν και να μεταφέρουν στους αμύητους. Γι’ αυτόν τον λόγο και στο υπαρξιακό ερώτημα «πιστεύεις στον Θεό;», οι άγιοί του μόνο νομιμοποιούνται να απαντούν καταφατικά και απόλυτα: «Ασφαλώς και Πιστεύω, αφού βλέπω τον Ιησού Χριστό και πορεύομαι σε συνεχή σχέση μαζί Του!». Εμείς, όμως, οι αμύητοι, οι φιλοσοφούντες και θεολογούντες ως μη Φιλόσοφοι και Θεολόγοι, τουλάχιστον τολμούμε να απαντήσουμε στο ίδιο καίριο ερώτημα: «Πιστεύω, στον Θεό των Αγίων Πατέρων και Μητέρων της Εκκλησίας μας! Διότι, Εκείνοι είναι οι αδιάψευστοι και συνεχείς Μάρτυρες της Θείας Οικονομίας, άρα και της Θείας Γεννήσεως και Επιφανείας Του».
Χριστός ετέχθη. Αληθώς ετέχθη!















