Δρ Δημήτριος Γ. Μεταλληνός: «Ιησούς Χριστός, σημείον αντιλεγόμενον»

Πολλές προσωπικότητες έχουν εμφανισθεί στην παγκόσμια ιστορία. Αυτοκράτορες, βασιλείς, πολιτικοί, κληρικοί, στρατηλάτες, επιστήμονες, διδάσκαλοι, καλλιτέχνες, ποιητές, λογοτέχνες, επιχειρηματίες κ.ά. Εξαιτίας, μάλιστα, της υπέρβασης του εαυτού τους και της μοναδικής κοινωνικής προσφοράς τους, έχουν χαρακτηρισθεί ως παγκόσμιοι ηγέτες ή/και μεγάλες ιστορικές μορφές. Υπάρχει, όμως, μόνο ΜΙΑ προσωπικότητα, η οποία διαμοίρασε την ιστορική πορεία σε προ Αυτού (π.Χ.) και μετά Αυτόν (μ.Χ.). Και η ιστορική αυτή Προσωπικότητα είναι ο Ιησούς Χριστός.

Δύο χιλιάδες έτη έχουν περάσει από την τριαντατριάχρονη ιστορική του παρουσία, ενώ όλα τα υπόλοιπα έτη, μέχρι και σήμερα, συνθέτουν απλά τη μεταϊστορική του παρουσία. Έχουν περάσει περίπου εξήντα γενιές, από την ευλογημένη γενιά Του. Όλες οι γενιές, με τα αναρίθμητα πλήθη των (συν)ανθρώπων μας, συνθέτουν την παγκοσμιότητα των είκοσι τελευταίων αιώνων, που αποδέχονται ή απορρίπτουν τη μεγαλύτερη προσωπικότητα όλων των εποχών της ιστορίας. Το σύνολο όλων αυτών των συνανθρώπων μας, καθιστούν τον Ιησού Χριστό το κατεξοχήν «αντιλεγόμενο πρόσωπο και σημείο» της ιστορίας της ανθρωπότητας.    

Εάν κανείς εντρυφήσει στα υπέροχα κείμενα της Μ. Εβδομάδας και μάλιστα στα πρωτότυπα ελληνικά, ώστε να μην μπορέσει κανένας μεταφραστής, να αδικήσει τα εν λόγω κείμενα, θα διαπιστώσει ότι ο Χριστός (πρωτο)υπήρξε «σημείον αντιλεγόμενον» στη βραχύβια (τρίχρονη) δημόσια αποστολή Του, που κορυφώνεται στην τελευταία εβδομάδα του ιστορικού του βίου, εκεί που αμφισβητείται ουσιαστικά ως Διδάσκαλος, αλλά και ως Θεός Σωτήρας.

           Η περίοδος της Μ. Εβδομάδος ξεκινά ουσιαστικά με την Ανάσταση του Λαζάρου, όπου ο Κύριος ανασταίνει τον αγαπημένο του φίλο, τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του. Αρκετές αναστάσεις είχε πραγματοποιήσει ο Χριστός, αυτή όμως ήταν η τελευταία και σημαντικότερη, πριν από τη δική Του. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός, πως με Ανάσταση ανοίγει, αλλά και ολοκληρώνεται η Μ. Εβδομάδα. Η ανάσταση του Λαζάρου προξένησε μεγάλη εντύπωση στον κόσμο των Ιεροσολύμων, ο οποίος και θα Τον υποδεχθεί την επομένη ως Μεσσία και θριαμβευτή. Για να κατανοήσουμε, όμως, τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια του ιστορικού βίου του Ιησού Χριστού, πρέπει να μυηθούμε στα μυστικά μονοπάτια της ορθόδοξης θεολογίας. Να αποκωδικοποιήσουμε τα μοναδικά αυτά γεγονότα, από τη ζωή του Χριστού. Έτσι, ενώ ομιλούμε συχνά για τη θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, Εκείνος εισέρχεται όχι με άμαξα ή άλογο, όπως οι θριαμβευτές (πολιτικοί και στρατιωτικοί) της εποχής του, αλλά πάνω σ’ ένα γαϊδουράκι, κήρυκας και ενσαρκωτής της αληθινής ειρήνης. Κριτήριο ζωής του Χριστού η διαρκής ταπείνωσή Του, η οποία εγκαθιστά μόνιμα στην ψυχή μας την ειρήνη και την αγάπη Του. Θριαμβευτική, λοιπόν, η είσοδος του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Μόνο που στη δική του γλώσσα υπάρχει αντιστροφή των όρων και των εννοιών. Θρίαμβος, στη γλώσσα Του, σημαίνει ταπείνωση, εξουσία σημαίνει διακονία, πρώτος σημαίνει έσχατος, μίσος σημαίνει αγάπη, αδικία σημαίνει συγχώρηση, μετάνοια σημαίνει αγιότητα.

Θρίαμβος, λοιπόν, η εν Χριστώ Ταπείνωση. Αλλά όχι Θρίαμβος κοσμικός, που χαρακτηρίζεται από βία, από εξουθένωση του άλλου, του εχθρού, του ξένου, του αντιπάλου. Γιατί για Εκείνον, μοναδικός  σκοπός της ανθρωπότητας είναι ο θρίαμβος επί των παθών μας, η πανωλεθρία και καταστροφή του εμπαθούς μας εαυτού. Σ’ αυτόν τον εν Χριστώ Θρίαμβο της Αγάπης, μας προσκαλεί όλους ο Κύριος, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να βιώσουμε πνευματικά, δηλαδή αυθεντικά, τα δρώμενα της Μ. Εβδομάδος. Ο Χριστός, είναι ένας ξεχωριστός, διαφορετικός θριαμβευτής, ο οποίος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από τους εκάστοτε (ψευτο)θριαμβευτές τους κόσμου τούτου, όλους τους «μεγάλους της ιστορίας», που … φιλοξενούνται στα αναρίθμητα κοιμητήρια. Αυτό και μόνο, Τον καθιστά «σημείον αντιλεγόμενον». Όταν, λοιπόν, κατορθώσουμε κι εμείς να μυηθούμε βιωματικά και εμπειρικά στη Θεία Γλώσσα (Του), τότε και μόνο θα μπορέσουμε να αναγνώσουμε ορθά και την θριαμβευτική, δηλαδή με ΄Ακρα Ταπείνωση, πορεία του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα, αλλά και ευρύτερα στην παγκόσμια ιστορία.

Πώς είναι, όμως, δυνατόν ο «Βασιλεύς των Ιουδαίων», να μην αντιστέκεται; Πώς είναι δυνατόν ένας Θεός, να μην συντρίβει τους διώκτες του, τους εχθρούς του, τους αντιπάλους του; Απλούστατα, επειδή είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ και ΑΛΗΘΙΝΟΣ Θεός. Έτσι, ταπείνωση για τον Ιησού Χριστό, είναι η προδοσία, η άρνηση ή η εγκατάλειψη από τους έμπιστους μαθητές Του. Ταπείνωση και η τιμή της προδοσίας αυτής, αφού ο ατίμητος και ανεκτίμητος καθίσταται αντικείμενο αγοραπωλησίας. Οι μυημένοι στη (θε)ανθρώπινη ιστορία, όπως οι ιεροί υμνογράφοι της Εκκλησίας, άνδρες (Ιωάννης Δαμασκηνός κ.ά.) και γυναίκες (Κασσιανή κ.ά.), ξεκινούν από την παραδοχή ότι ιστορικά ο Χριστός αποτελεί όντως «σημείον αντιλεγόμενον». Όμως, δεν σταματούν στην παραδοχή αυτή, αφού προχωρούν θεολογικά στην υπέρβαση του ιστορικού γεγονότος και με ανακαινισμένα μάτια και αισθήσεις, εισέρχονται και περιγράφουν το μυστήριο. Ένα μυστήριο, όπου οι ιδιότητες του δεν παραμένουν ίδιες, αλλά μεταμορφώνονται και αλλάζουν το κάθε πρόσωπο. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται κατά τις άγιες αυτές ημέρες το αντιθετικό ζεύγος. Ο μαθητής και η πόρνη. Ο ευσεβής και η ασεβής. Ο ηθικός και η ανήθικη. Ο κοινωνικά αποκαταστημένος και η κοινωνικά απαξιωμένη. Κι όμως, μακριά από κάθε έννοια ηθικολογίας και ευσεβισμού, ο Χριστός αποκαλύπτει τις ψυχές και τον εσωτερικό, δηλαδή τον πραγματικό, κόσμο του καθενός μας, όπου νικητής αναδεικνύεται στη δίκαιη Κρίση Του όχι εκείνος που φαίνεται ταπεινός (Ιούδας), αλλά αυτή που πραγματικά είναι (μετανοημένη πόρνη). Για την «κοινή λογική» διαχρονικά, όλα αυτά αποτελούν «σημεία αντιλεγόμενα», όπως άλλωστε και ο πρωταγωνιστής τους…  

Ο Χριστός, λίγο πριν παραδοθεί στους εκφραστές του απάνθρωπου μίσους και της κακίας, προτρέπει τους διαχρονικούς φίλους του να συμπεριφέρονται ταπεινά. Υποδεικνύει και παραδίδει τον τρόπο που οφείλουμε να προσευχόμαστε και να προσέχουμε να μην καταντήσουμε κι εμείς προδότες της Θείας εμπιστοσύνης Του. Εφόσον τηρήσουμε τις εντολές του αυτές, μπορούμε να καταστούμε άξιοι της Θείας Κοινωνίας Του. Μας προτείνει τέλος, να μην τρωγόμαστε μεταξύ μας, αλλά να προσέλθουμε στον Μυστικό Δείπνο Του και να γευθούμε Εκείνον, ο οποίος καθίσταται μόνιμη Αυτοθυσία για τη σωτηρία ολοκλήρου της Ανθρωπότητος. Και πάλι η «κοινή λογική» δεν μπορεί να συλλάβει την προτεινόμενη στάση ζωής. Προτιμά τη «λογική του πολέμου». Εσωτερικού, διαπροσωπικού, κοινωνικού, εθνικού, παγκόσμιου, συμμετέχοντας ταυτόχρονα σε συλλαλητήρια για την παγκόσμια ειρήνη. Εκείνος, προτείνει με τη θυσία Του, να ειρηνεύσουμε, να συμφιλιωθούμε και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, αλλά όχι τα πάθη μας. Μόνο τότε θα έλθει η ειρήνη Του στον κόσμο. «Σημείον αντιλεγόμενον και πάλι ο Χριστός» για τις ακοινώνητες κοινωνίες…  

Μετά τον Θρίαμβο του Κυρίου ακολουθεί το Πάθος Του, το οποίο έχει πολλές εκδοχές, που για το λόγο αυτό αποδίδεται σε πληθυντικό αριθμό, «τα Άγια Πάθη του Κυρίου» και συγκεκριμένα:

– η προδοσία από τον μαθητή, αλλά και η άρνηση και φυγή των υπολοίπων μαθητών, πλην του εφήβου Ιωάννη,

– η σκηνοθετημένη από την κρατούσα τάξη δίκη–παρωδία και η καταδίκη Του από τον ελεγχόμενο από τους Φαρισαίους και το Ιουδαϊκό ιερατείο της εποχής όχλο,

– τα φρικτά βασανιστήρια, δηλ. οι εμπτυσμοί, τα ραπίσματα, ο εμπαιγμός, ο εξευτελισμός, οι μαστιγώσεις,

– η Σταύρωση και ο λογχισμός Της Ακήρατης Πλευράς Του Κυρίου και τελικά αυτός ο Θάνατος και η Ταφή Του.

Τη Μ. Παρασκευή κορυφώνονται τα «Πάθη Του». Κορυφώνεται και η «αμφιλεγόμενη και αντιλεγόμενη» στάση Του. Ο ευσεβής λαός προσκυνά τα Πάθη του Χριστού. Προσκυνά Εκείνον, που βασανίζεται, εξευτελίζεται, ραπίζεται, εμπαίζεται, μαστιγώνεται, λογχίζεται, ταπεινώνεται και τελικά σταυρώνεται ατιμωτικά, από το ίδιο το αχάριστο πλάσμα Του. Για πολλούς αρνητές της Πίστεως ο ιστορικός Ιησούς τελειώνει στην Αποκαθήλωση. «Τέλειωσε, πάει άλλος ένας ψευδοπροφήτης», θριαμβολογούν. «Καμαρώστε το άψυχο σώμα Του, ανήμπορο πλέον να θεραπεύσει και να θαυματουργήσει. Ανήμπορο να αντισταθεί στον δικό μας κόσμο» συμπληρώνουν. Μόνο κάτω από τον Σταυρό Του, τότε, στα Ιεροσόλυμα; Όχι, βέβαια… Συνεχίζουν απτόητοι οι «άξιοι διάδοχοί τους» τις κατηγορίες και τις ύβρεις μέχρι και σήμερα. Δεν καταλαβαίνουν; Δεν μπορούν να κατανοήσουν; Όχι! Απλά, δεν θέλουν, αφού δεν θέλουν άλλον Θεό, εκτός από τον αυτοθεωμένο εαυτό τους… Η Ιστορία, όμως, αγνοεί προκλητικά τα ονόματα των περισσοτέρων δικαστών, φαρισαίων, γραμματέων, στρατιωτών και ιουδαίων, που συνεργάσθηκαν στη φαινομενική εξόντωσή Του. Αντίθετα, κατέγραψε τις «φωτεινές σκιές» όλων εκείνων των ευλογημένων μορφών, που βρέθηκαν κοντά Του στο Θείο Πάθος, εκτός από τη Μητέρα Του και τον «αγαπημένο μαθητή» Του Ιωάννη, όπως ο Σίμων ο Κυρηναίος, ο μετανοημένος ληστής, η μετανοημένη πόρνη, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, ο Βουλευτής Νικόδημος και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας.  

Τελικά είναι αληθινή τρέλα να είναι κάποιος Χριστιανός. Οι τελευταίοι προσκυνούμε και πανηγυρίζουμε για τους αγώνες των μαρτύρων μας. Χαιρόμαστε και εορτάζουμε τον μαρτυρικό θάνατό τους. Πώς να μπορέσει να κατανοήσει τη φαινομενική αυτή παράνοια ο σύγχρονος ορθολογιστής άνθρωπος, ο οποίος έχει μάθει να κρίνει τα πάντα, σύμφωνα με το κέρδος και την αποτελεσματικότητα; Αντίθετα, οι Χριστιανοί δεν μοιρολογούν τον επίσημο νεκρό τους. Τον εγκωμιάζουν με τους πανέμορφους ύμνους τους: «η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και Τάφω οικείς;». Υπάρχει πιο παράλογο, αντιφατικό και αντιλεγόμενο από τη στάση αυτή; Παρόλη τη διάχυτη θλίψη από την Σταύρωση και τον θάνατό Του, κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα η χαρμολύπη, διότι γνωρίζουμε όλοι όσοι Τον εμπιστευόμαστε, ότι η Αυτοζωΐα δεν μπορεί να πεθάνει. Ήδη, από την αποφράδα αυτή Ημέρα, αναμένουμε την Ανάστασή Του, αφού ο Ίδιος μας διαβεβαίωσε, ότι «τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ».

Ο Κύριος κατεβαίνει στο ψευτοβασίλειο του ΄Αδη. Ο Διάβολος τρίβει τα χέρια του, διότι πίστεψε, ότι άλλος ένας ψευδοπροφήτης, όπως τόσοι άλλοι προ Χριστού, απέτυχε στην ενδοκοσμική του αποστολή. Ο νεκρός όμως ανασταίνεται και κάνει κυριολεκτικά «γυαλιά καρφιά», όπως πολύ εύστοχα παρουσιάζουν και οι ορθόδοξες απεικονίσεις της Αναστάσεως, τον ΄Αδη. Τον διαλύει και τον καταργεί παντοτινά. Οι ψυχές μας πλέον δεν πηγαίνουν στον ΄Αδη, αλλά αναμένουν τη θέα του Αναστημένου Χριστού, που για άλλους θα αποτελεί αιώνια χαρά (παράδεισος) και για άλλους αιώνια θλίψη (κόλαση).

Η Ιστορία κατέγραψε τα Θεία Πάθη, αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Τα υπερβαίνει με την Ανάσταση, δηλαδή με την κατάσταση της παντελούς απουσίας θανάτου. Άλλωστε, μια ζωή που έχει ως κατάληξή της τον θάνατο δεν είναι ζωή, αλλά μία προδιαγεγραμμένη πορεία προς αυτόν. Ζωή, σημαίνει απουσία θανάτου, δηλαδή αιωνιότητα. Και στο σημείο αυτό έγκειται η μεγάλη τραγικότητα της εποχής μας. Το «αντιλεγόμενον» για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ενώ, δηλαδή, οι άγιες αυτές ημέρες υποδεικνύουν το μόνο αληθινό γεγονός της ύπαρξής μας, δηλαδή την υπέρβαση του θανάτου μας δια της Αναστάσεώς Του, εμείς, ως τραγικά όντα, επιμένουμε στη χαμοζωή μας και αποδεχόμαστε τη μοίρα μας. Με άλλα λόγια, αφού γεννηθήκαμε, νομοτελειακά αναμένουμε και τον θάνατό μας, όποτε κι εάν αυτός κοπιάσει.

Εάν θα ‘θελε κάποιος να συνοψίσει σε δύο λέξεις τη σημασία του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού για το ανθρώπινο γένος, θα έλεγε ότι με την Ανάσταση νικήθηκε και απομυθοποιήθηκε ο θάνατος. Εορτή εορτών και πανήγυρη πανηγύρεων.  Ανανοηματοδοτείται, αφού η γεωγραφική διάβαση, μετατρέπεται σε δυνατότητα σωτηρίας για όλους μας. Ο εθναπόστολος και φωτιστής μας Απόστολος Παύλος διακηρύττει προς πάσα κατεύθυνση, πως «εάν δεν υπήρξε Ανάσταση είναι μάταιη, δηλαδή ψεύτικη, ολόκληρη η πίστη μας». Διότι πάνω στη βεβαιότητα της Αναστάσεως και της νίκης των Αγίων μας απέναντι στη φθορά και τον θάνατο -όπως πιστοποιούν τα άφθαρτα και θαυματουργά λείψανα των αγίων μας Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου, Θεοδώρας Αυγούστας κ.ά.- έχει θεμελιωθεί ολόκληρο το Εκκλησιαστικό Οικοδόμημα. Τελικά, η Ορθοδοξία δεν σταματά στο Πάθος ή στην Σταύρωση, αλλά στην Ανάσταση και τη δυνατότητα της υπέρβασης του θανάτου, που εκπορεύεται από Αυτήν. Όχι, λοιπόν, άδικα, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλείται «Εκκλησία της Αναστάσεως».  

  Ζούμε σε εποχή όπου ο άνθρωπος διέρχεται βαθιά κρίση. Η κυριότερη αιτία αυτής της κρίσης οφείλεται στον εγκλωβισμό του στα στεγανά της παρούσας ζωής και η έλλειψη πίστεως στην πέραν του τάφου πραγματικότητα. Αυτή η έλλειψη σωστής υπαρξιακής τοποθετήσεως κάνει τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει τον θάνατο ως τη φοβερότερη δοκιμασία τερματισμού της υπάρξεως και εξουθενώσεώς του ως σκέψης, προσωπικότητας και υλικής παρουσίας. Αν ο σύγχρονος άνθρωπος πίστευε στην Αλήθεια της Αναστάσεως θα ξεπερνούσε τις αγχωτικές εκβλαστήσεις της υπαρξιακής προβληματικότητας, θα απεκδυόταν την υπαρξιακή μοναξιά, θα έλυνε το πρόβλημα του προορισμού της ζωής και θα απομυθοποιούσε τον ριγηλό εφιάλτη του θανάτου, κάνοντάς τον πράξη κοινωνίας με τη ζωή. Μιας ζωής ποιοτικά διάφορης της παρούσας, με μόνιμη υπόσταση και αιώνια διάρκεια. Μιας ζωής χωρίς τέλος. Μίας ζωής δίχως «σημεία αντιλεγόμενα», αλλά με αναστάσιμες βεβαιότητες.

Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί, για όλους τους μυημένους, το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην Ιστορία. Μέσα από την εμπειρία των αγίων μας συνειδητοποιούμε, ότι δεν υπάρχουν τραγικότερες υπάρξεις από τους «μη έχοντες ελπίδα» και μάλιστα ελπίδα Ανάστασης. Η πληρότητα της αναστάσιμης χαράς για την κατάργηση του θανάτου παραμένει ζωντανή στην παράδοσή μας, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Εκείνη ωθεί τους μάρτυρες να αντιμετωπίζουν με έκδηλη χαρά και εσωτερική γαλήνη το μαρτύριό τους. Εκείνη αποτελεί το ισχυρότερο γνώρισμα των πραγματικών χριστιανών, που συνεορτάζουν την ημέρα του θανάτου τους ως γενέθλια ημέρα. Γιατί, κατά έναν παράδοξο τρόπο, γεννιόμαστε για να πεθαίνουμε και πεθαίνουμε για να ζήσουμε αιώνια…

Καλή Ανάσταση!

Σχετικά άρθρα

- Advertisement -spot_img
- Advertisement -spot_img
- Advertisement - spot_img
- Advertisement -spot_img

Δείτε ακόμα