Δάνεια και πιστωτικές κάρτες: Τι αλλάζει με το νέο νομοσχέδιο και ποια σημεία απαιτούν προσοχή

Μια ριζική αναδιάρθρωση των κανόνων που διέπουν τις χρηματοδοτήσεις των νοικοκυριών επιχειρείται το τρέχον διάστημα, καθώς οι προτεινόμενες διατάξεις για τις καταναλωτικές πιστώσεις και τις κάρτες φέρνουν στο προσκήνιο σημαντικές αλλαγές. Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για την καταναλωτική πίστη θεσπίζει ανώτατα όρια κόστους σε κάρτες και δάνεια χωρίς εμπράγματες ασφάλειες. Ωστόσο, η απουσία αναδρομικότητας αφήνει απροστάτευτους τους παλιούς οφειλέτες και τους εγγυητές, διατηρώντας σημαντικά νομοθετικά κενά που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από τους καταναλωτές.

Το ζήτημα της αναδρομικότητας και τα παλαιά χρέη

Το μεγαλύτερο «αγκάθι» του νέου νομοθετήματος εντοπίζεται στην έλλειψη αναδρομικής ισχύος. Οι νέοι, ευνοϊκότεροι κανόνες και τα ανώτατα όρια επιτοκίων θα εφαρμοστούν αποκλειστικά σε συμβάσεις που θα συναφθούν μετά την επίσημη ψήφιση και θέση σε ισχύ του νόμου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν ήδη ενεργά καταναλωτικά δάνεια ή χρεωστικά υπόλοιπα σε πιστωτικές κάρτες με εξαιρετικά υψηλά επιτόκια (τα οποία συχνά αγγίζουν ή ξεπερνούν το 18%-20%) δεν θα δουν καμία απολύτως ελάφρυνση. Οι παλαιοί οφειλέτες παραμένουν εγκλωβισμένοι στις παλιές συμβάσεις, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από ενώσεις καταναλωτών.

Τα νέα ανώτατα όρια σε επιτόκια και επιβαρύνσεις

Με στόχο την πάταξη της τοκογλυφικής τιμολόγησης σε μικρά δάνεια, το νομοσχέδιο εισάγει για πρώτη φορά πλαφόν στο συνολικό κόστος δανεισμού (επιτόκια, προμήθειες, έξοδα φακέλου κ.λπ.) για πιστώσεις χωρίς εξασφαλίσεις. Τα νέα όρια θα συνδεθούν με συγκεκριμένους δείκτες αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αποτρέποντας τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες μικροπιστώσεων από το να επιβάλλουν εξωφρενικές χρεώσεις. Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι τράπεζες ενδέχεται να αναζητήσουν εναλλακτικές οδούς (όπως υποχρεωτικές ασφαλίσεις ή άλλες παράπλευρες υπηρεσίες) για να αντισταθμίσουν την απώλεια εσόδων από τα μειωμένα επιτόκια.

Η παγίδα των «εύλογων μέτρων» και των αλγορίθμων

Μια άλλη κρίσιμη πτυχή αφορά την υποχρέωση των πιστωτών να λαμβάνουν «εύλογα μέτρα» πριν προχωρήσουν σε καταγγελία μιας σύμβασης ή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν και η διάταξη ακούγεται προστατευτική, κρύβει μια σοβαρή παγίδα: η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας και η λήψη αποφάσεων για τις ρυθμίσεις βασίζονται πλέον σχεδόν αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένους αλγορίθμους και συστήματα βαθμολόγησης (scoring). Αυτό αφαιρεί τον ανθρώπινο παράγοντα από τη διαδικασία, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προσωρινές ή έκτακτες δυσκολίες να απορρίπτονται αυτόματα από τα συστήματα χωρίς τη δυνατότητα εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσής τους.

Το δικαίωμα υπαναχώρησης και η απειλή για τους εγγυητές

Το νομοσχέδιο ενισχύει το δικαίωμα του καταναλωτή να υπαναχωρήσει αναιτιολόγητα από τη δανειακή σύμβαση εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την υπογραφή της, επιστρέφοντας απλώς το κεφάλαιο και τους αναλογούντες τόκους χωρίς καμία ποινή. Στον αντίποδα, εξαιρετικά ευάλωτοι παραμένουν οι εγγυητές των παλαιών δανείων. Καθώς οι κύριοι οφειλέτες αδυνατούν να ανταπεξέλθουν και οι νέες ρυθμίσεις δεν τους αγγίζουν, οι τράπεζες και οι servicers στρέφονται άμεσα κατά των εγγυητών (συχνά συγγενικών προσώπων), οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με κατασχέσεις και πλειστηριασμούς της δικής τους προσωπικής περιουσίας για χρέη που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.

Σχετικά άρθρα

- Advertisement -spot_img
- Advertisement -spot_img
- Advertisement - spot_img
- Advertisement -spot_img

Δείτε ακόμα