Σε διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο σε σχέση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση έχει μετακινηθεί η ελληνική οικονομία, χωρίς όμως η αλλαγή αυτή να έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Το 2025 η Ελλάδα παρήγαγε 10% λιγότερο από το 2009 και 13% λιγότερο από την κορυφή του 2008, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ.
Η μελέτη με τίτλο «Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025», που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, εξετάζει τις μεταβολές στην κατανομή της παραγωγής στους βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Το επίπεδο παραγωγής του 2025 αντιστοιχεί περίπου σε εκείνο των ετών 2003-2004, καταγράφοντας έναν πλήρη κύκλο ανόδου, κατάρρευσης και ατελούς ανάκαμψης.
Η σημαντικότερη αλλαγή δεν αφορά τόσο τη σχέση υπηρεσιών, βιομηχανίας και αγροτικής παραγωγής, όσο τη σχέση μεταξύ διεθνώς εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων. Η στροφή προς την εγχώρια αγορά που είχε καταγραφεί κατά τη δεκαετία του 2000 έχει πλέον αντιστραφεί.
Από το 2009 μέχρι σήμερα, τα μερίδια των υπηρεσιών, της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής έχουν μεταβληθεί κατά λιγότερο από μία μονάδα του ΑΕΠ το καθένα. Αντίθετα, μεγαλύτερες μεταβολές εμφανίζονται σε επιμέρους κλάδους.
Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας έχει καταγράψει τη μεγαλύτερη απώλεια μεριδίου, κατά 3,6 μονάδες του ΑΕΠ, ενώ ακολουθούν οι κατασκευές με απώλεια 2,7 μονάδων και το εμπόριο, οι μεταφορές και ο τουρισμός με απώλεια 1,2 μονάδας.
Στον αντίποδα, ενίσχυση του μεριδίου τους έχουν καταγράψει η βιομηχανία κατά 1,8 μονάδα του ΑΕΠ, οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες κατά 1 μονάδα, η γεωργία κατά 0,7 μονάδα και η πληροφορική κατά 0,5 μονάδα.
Ωστόσο, η αύξηση του μεριδίου ενός κλάδου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αυξήθηκε και η πραγματική παραγωγή του. Η μελέτη επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος των μεταβολών αντανακλά τις αλλαγές στις σχετικές τιμές και όχι την αύξηση του πραγματικού όγκου παραγωγής.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της γεωργίας, αλλά και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών, οι οποίες αύξησαν το μερίδιό τους στην οικονομία, την ώρα που η πραγματική παραγωγή τους παραμένει χαμηλότερη από το επίπεδο του 2009.
Η μεταποίηση αποτελεί την πιο καθαρή περίπτωση πραγματικής παραγωγικής ενίσχυσης. Το μερίδιό της στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 8,2% το 2009 σε 9,1% το 2025, ενώ ο πραγματικός όγκος παραγωγής της είναι πλέον 7% υψηλότερος από το 2009.
Ανάλογη θετική εικόνα καταγράφεται στους κλάδους της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της ενημέρωσης. Μαζί με τη μεταποίηση αποτελούν τους δύο κλάδους της ελληνικής οικονομίας που έχουν ξεπεράσει σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ελληνική οικονομία έχει κάνει σημαντικά βήματα ως προς τη σύνθεση της παραγωγής της, με μεγαλύτερη παρουσία δραστηριοτήτων που απευθύνονται στις διεθνείς αγορές. Η αλλαγή όμως στη σύνθεση δεν έχει ακόμη συνοδευτεί από αντίστοιχη αύξηση της συνολικής παραγωγής.
Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η μετατόπιση αυτή να αποκτήσει ισχυρότερο πραγματικό παραγωγικό περιεχόμενο, μέσω περισσότερων επενδύσεων, μεγαλύτερης εξωστρέφειας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Όπως επισημαίνει η μελέτη του ΚΕΦΙΜ, η ενίσχυση των διεθνώς εμπορεύσιμων κλάδων έχει ουσιαστική σημασία όταν συνοδεύεται από αύξηση της πραγματικής παραγωγής και όχι μόνο από υψηλότερες τιμές. Η μεταποίηση και η πληροφορική αποτελούν τις βασικές περιπτώσεις όπου η μεταβολή αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί σε πραγματικούς όρους.

















