Ο Τζέιμς Δαλαμάγκας είναι εδώ και μερικές ημέρες ελεύθερος και μάλιστα έχει επιστρέψει στο σπίτι του, στο Άλσος Αιγιαλείας, όπου συνεχίζει τη ζωή του με τη σύντροφό του. Πλέον, συνεχίζει να ζει με το πραγματικό του όνομα και όχι με αυτό που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια, όταν έφυγε από την Αυστραλία, για να «γλιτώσει», μετά το φονικό στο Σίδνεϊ, που στοίχισε τη ζωή στον ομογενή Γιώργο Γιαννόπουλο.
Μετά την είδηση για την αποφυλάκιση του Τζέιμς Δαλαμάγκα από τις Φυλακές Αγίου Στεφάνου Πάτρας, με περιοριστικούς όρους, καθώς και την απόφαση των ελληνικών δικαστικών Αρχών να μην εγκρίνουν την έκδοσή του, τα ΜΜΕ της Αυστραλίας αντέδρασαν με έντονο τρόπο.
Το κλίμα στα αυστραλιανά ΜΜΕ (όπως το Nine News, το 7NEWS, η SBS και η The Daily Telegraph) ήταν ιδιαίτερα έντονο. Κατ’ αρχάς, όλοι εξέφραζαν οργή και απόγνωση για το «νομικό παράθυρο» που υπήρξε. Τα ΜΜΕ μετέδωσαν με δραματικούς τόνους ότι το «όνειρο» της έκδοσης ενός από τους πλέον καταζητούμενους ανθρώπους της Αυστραλίας φαίνεται να τελειώνει. Χαρακτήρισαν την ελληνική νομοθεσία (τη συμπλήρωση της 25ετούς παραγραφής για ανθρωποκτονία) ως «νομικό παράθυρο», που επέτρεψε σ’ έναν κατηγορούμενο για δολοφονία ν’ αποφύγει το αυστραλιανό δικαστικό σύστημα. Mιλώντας στο 7News, ο πρώην ντετέκτιβ Duncan McNab χαρακτήρισε την απόφαση «καταστροφικό νέο».
Η ΟΡΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Τα ρεπορτάζ εστίασαν εκτενώς στον πόνο και στην οργή της οικογένειας του George (Γιώργου) Γιαννόπουλου, ο οποίος είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα το 1999, στο Σίδνεϊ. Προβλήθηκαν οι δηλώσεις μελών της οικογένειας, που έκανε λόγο για «αδικία» και την άμεση έκκλησή τους προς την αυστραλιανή κυβέρνηση (συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, Άντονι Αλμπανέζι), ν’ ασκήσει διπλωματικές πιέσεις, ώστε να μην κλείσει η υπόθεση. Υπήρξαν αναφορές και ρεπορτάζ που άφηναν αιχμές για το γεγονός ότι οι αυστραλιανές Αρχές δεν κατάφεραν να στείλουν εγκαίρως ή με το σωστό τρόπο τα απαραίτητα έγγραφα, ενώ η Αστυνομία της Νέας Νότιας Ουαλίας (NSW Police) πίεζε για χρόνια, προσφέροντας, μάλιστα, και αμοιβή 200.000 δολαρίων για τον εντοπισμό του. Προκάλεσε αίσθηση το γεγονός ότι ο Δαλαμάγκας ζούσε επί δεκαετίες σε ελληνικό χωριό, στην Αχαΐα, ως αγρότης, με ψεύτικη ταυτότητα, σχεδόν «κάτω από τη μύτη» των διωκτικών Αρχών. Τα ΜΜΕ μετέδωσαν τις επίσημες τοποθετήσεις της NSW Police και της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (AFP), οι οποίες δήλωσαν δημόσια ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την υπόθεση. Τονίστηκε στα ρεπορτάζ ότι ο Δαλαμάγκας παραμένει στη λίστα των πλέον καταζητούμενων της Αυστραλίας κι ότι, αν ποτέ ταξιδέψει ή βγει εκτός ελληνικών συνόρων, θα συλληφθεί αμέσως, βάσει του διεθνούς εντάλματος.
ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
Μετά την απόφαση για την αποφυλάκισή του, o Τζέιμς Δαλαμάγκας δεν τελεί υπό καθεστώς κατ’ οίκον περιορισμού. Ωστόσο, του έχουν επιβληθεί αυστηροί περιοριστικοί όροι: απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, παράδοση όλων των ταξιδιωτικών του εγγράφων στις Αρχές, υποχρέωση να παρουσιάζεται τακτικά στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του, υποχρέωση διατήρησης της σταθερής και μόνιμης κατοικίας του στην Ελλάδα.
ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Γνώμης», από δημοσιογράφο του Σίδνεϊ, οι γονείς του Δαλαμάγκα, όταν και αν επιστρέψουν στο Σίδνεϊ, μπορεί να συλληφθούν και να διωχθούν ποινικά, καθώς η συγκάλυψη καταζητούμενου αποτελεί σοβαρό αδίκημα στο αυστραλιανό Δίκαιο. Και οι γονείς του διέμεναν στο σπίτι στο Άλσος Αιγίου, άρα… ήξεραν πού είναι ο Δαλαμάγκας.
Μάλιστα, κατά τη σύλληψη του Δαλαμάγκα στην Αχαΐα, ο 86χρονος πατέρας του συνελήφθη και κρατήθηκε από τις ελληνικές Αρχές, με την κατηγορία της υπόθαλψης εγκληματία.
Φυσικά, αφού το έγκλημα έχει παραγραφεί, τόσο ο πατέρας όσο και η σύντροφός του αναμένεται ν’ αθωωθούν!
Η νομική πραγματικότητα γύρω από αυτό το ενδεχόμενο στην Αυστραλία διαμορφώνεται ως εξής:
Το αδίκημα της Συνέργειας (Accessory After the Fact): Στη Νέα Νότια Ουαλία (NSW), η παροχή βοήθειας, η απόκρυψη ή η υποβοήθηση της διαφυγής ενός προσώπου, που γνωρίζουν ότι έχει διαπράξει σοβαρό αδίκημα (όπως η δολοφονία), διώκεται ποινικά ως Accessory After the Fact to Murder. Το αδίκημα αυτό επισύρει βαρύτατες ποινές κάθειρξης (έως και 5 ή 14 έτη, ανάλογα με τις συνθήκες).
ΓΝΩΜΗ














