Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να προστατεύει όχι μόνο το κλίμα, αλλά και τη φύση, την πρωτογενή παραγωγή και τις τοπικές κοινωνίες.
Του Γιώργου Μώρου
Φυσικοθεραπευτή – Υποψήφιου Βουλευτή Αχαΐας
Η επίσκεψή μου στο Λεόντιο Αχαΐας, στις 6 Ιουλίου 2026, ύστερα από πρόσκληση των κατοίκων της περιοχής, αποτέλεσε την αφορμή για έναν βαθύτερο προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο που σχεδιάζονται και υλοποιούνται τα μεγάλα αιολικά έργα στη χώρα μας.
Οι εικόνες που αντίκρισα, αλλά κυρίως οι αγωνίες που άκουσα από ανθρώπους που ζουν και εργάζονται καθημερινά στο βουνό, με οδήγησαν να αναρωτηθώ εάν η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να θεωρείται πραγματικά βιώσιμη όταν οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι δεν εισακούγονται και όταν εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για το φυσικό περιβάλλον και την πρωτογενή παραγωγή.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα είναι αναγκαία και οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση.
Ωστόσο, η προστασία του κλίματος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα.
Η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα είναι απαραίτητη, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηρίσει ένα έργο ως πραγματικά βιώσιμο. Η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, της βιοποικιλότητας, των υδάτινων πόρων, της γεωργικής γης και της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο αποτελεί εξίσου θεμελιώδη περιβαλλοντική υποχρέωση.
Η ουσία της συζήτησης, λοιπόν, δεν είναι αν οι ανεμογεννήτριες είναι «καλές» ή «κακές».
Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, χωροθετούνται και κατασκευάζονται.
Η εγκατάσταση μεγάλων βιομηχανικών αιολικών πάρκων, ιδιαίτερα σε ορεινούς όγκους και δασικές περιοχές, συνοδεύεται από σημαντικές τεχνικές παρεμβάσεις. Η διάνοιξη νέων δρόμων, οι εκτεταμένες εκσκαφές, οι πλατείες εγκατάστασης, οι θεμελιώσεις, τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι συνοδευτικές υποδομές μεταβάλλουν αναπόφευκτα το φυσικό τοπίο.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να οδηγήσουν σε απομάκρυνση φυσικής βλάστησης, σε κατακερματισμό οικοσυστημάτων, σε αυξημένο κίνδυνο διάβρωσης των εδαφών και σε μεταβολές της φυσικής απορροής των υδάτων. Παράλληλα, η επιστημονική κοινότητα εξετάζει τις επιπτώσεις των μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων στη βιοποικιλότητα, ιδιαίτερα σε είδη πτηνών και νυχτερίδων, καθώς και τις τοπικές μικροκλιματικές μεταβολές που μπορεί να προκαλέσουν σε περιορισμένη κλίμακα.
Οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι ίδιες σε κάθε έργο και δεν μπορούν να γενικεύονται. Ακριβώς γι’ αυτό, κάθε επένδυση πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά, με αυστηρές επιστημονικές μελέτες, ουσιαστική περιβαλλοντική αδειοδότηση και συνεχείς ελέγχους τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά τη λειτουργία της.
Εξίσου σημαντική είναι και η σχέση των αιολικών πάρκων με την πρωτογενή παραγωγή.
Η ελληνική ύπαιθρος δεν αποτελεί απλώς έναν χώρο εγκατάστασης τεχνικών έργων. Είναι χώρος παραγωγής, εργασίας και ζωής.
Σε πολλές ορεινές περιοχές της χώρας, η κτηνοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Η διάνοιξη νέων δρόμων, οι εργοταξιακές εγκαταστάσεις και η αλλαγή της μορφολογίας του εδάφους μπορούν να περιορίσουν ή να κατακερματίσουν φυσικούς βοσκότοπους, να μεταβάλουν παραδοσιακές διαδρομές βόσκησης και να δημιουργήσουν πρόσθετες δυσκολίες στην καθημερινή εργασία των κτηνοτρόφων. Αντίστοιχα, η μελισσοκομία μπορεί να επηρεαστεί όταν μεταβάλλεται σημαντικά το φυσικό περιβάλλον από το οποίο εξαρτάται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αιολικό πάρκο οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτές τις επιπτώσεις. Σημαίνει όμως ότι οι πιθανές συνέπειες πρέπει να αξιολογούνται σοβαρά, να λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό και να παρακολουθούνται συστηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής κάθε έργου.
Οι άνθρωποι που συνάντησα στο Λεόντιο δεν μου ζήτησαν να είμαι υπέρ ή κατά των ανεμογεννητριών. Μου ζήτησαν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: να ακουστεί η φωνή τους. Να διασφαλιστεί ότι κάθε έργο θα υλοποιείται με πλήρη διαφάνεια, αυστηρή τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πραγματικό σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον και στην τοπική κοινωνία.
Πιστεύω ότι η ενεργειακή πολιτική μιας χώρας δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με οικονομικά ή τεχνοκρατικά κριτήρια. Οφείλει να συνδυάζει την ενεργειακή ασφάλεια με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας, των υδάτινων πόρων, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της μελισσοκομίας και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων που κατοικούν στις περιοχές όπου σχεδιάζονται τέτοιες επενδύσεις.
Δεν είμαι αντίθετος στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Είμαι όμως αντίθετος στην άναρχη ανάπτυξή τους.
Είμαι αντίθετος στην εγκατάσταση μεγάλων βιομηχανικών αιολικών πάρκων χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, χωρίς πλήρη διαφάνεια και χωρίς αυστηρό έλεγχο της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Η περιβαλλοντική αδειοδότηση δεν μπορεί να αποτελεί
















