Μέχρι σήμερα, η φορολογική διοίκηση αντιμετώπιζε τη μεταγενέστερη χρήση παλαιών κεφαλαίων –ιδίως μέσω εμβασμάτων προς το εξωτερικό ή μεταφορών μεταξύ λογαριασμών– ως ένδειξη νέας, μη δηλωθείσας προσαύξησης περιουσίας.
Οι τραπεζικές καταθέσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε χρόνο πέραν της φορολογικής παραγραφής, ήτοι της πενταετίας, δεν μπορούν να ελεγχθούν από την εφορία απλώς και μόνο επειδή ο φορολογούμενος τις χρησιμοποίησε αργότερα.
Όπως αναφέρει το capital.gr, αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την απόφαση 157/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε μια κρίσιμη αρχή: για τη φορολόγηση αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας δεν ενδιαφέρει ο χρόνος μεταφοράς, ανάληψης ή αποστολής των χρημάτων, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό εισήλθε για πρώτη φορά στην περιουσία του φορολογούμενου.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τους φορολογικούς ελέγχους που βασίζονται σε τραπεζικές κινήσεις. Μέχρι σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, η φορολογική διοίκηση αντιμετώπιζε τη μεταγενέστερη χρήση παλαιών κεφαλαίων –ιδίως μέσω εμβασμάτων προς το εξωτερικό ή μεταφορών μεταξύ λογαριασμών– ως ένδειξη νέας, μη δηλωθείσας προσαύξησης περιουσίας. Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι ορθή όταν τα χρήματα είχαν ήδη εισέλθει στην περιουσία του φορολογούμενου σε προηγούμενο, παραγεγραμμένο έτος και η μεταγενέστερη κίνηση συνιστά απλώς αλλαγή λογαριασμού ή χρήση ήδη υφιστάμενου κεφαλαίου.
Η υπόθεση που οδήγησε στη νέα κρίση αφορούσε φορολογούμενη στην οποία είχε καταλογιστεί ποσό περίπου 378.000 ευρώ ως αδήλωτη προσαύξηση περιουσίας για τη χρήση 2010, λόγω εμβασμάτων στο εξωτερικό. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών είχε απορρίψει την προσφυγή της, θεωρώντας νόμιμη τη φορολόγηση κατά το έτος αποστολής του εμβάσματος, παρότι είχε δεχθεί ότι ο σχετικός λογαριασμός είχε τροφοδοτηθεί με 359.975 δολάρια τον Δεκέμβριο του 2009, δηλαδή σε προηγούμενη χρήση. Το ΣτΕ αναίρεσε την απόφαση, κρίνοντας ότι το κρίσιμο σημείο δεν ήταν η αποστολή του εμβάσματος το 2010, αλλά η αρχική είσοδος του ποσού στην περιουσία της φορολογουμένης.
Η απόφαση κινείται στη γραμμή της πάγιας νομολογίας που είχε διαμορφωθεί ήδη με την απόφαση ΣτΕ 884/2016. Με εκείνη την απόφαση είχε γίνει δεκτό ότι ο φορολογούμενος οφείλει, κατ’ αρχήν, να εξηγήσει την αιτία ή την πηγή μεγάλων ποσών που εμφανίζονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς του, εφόσον η περιουσιακή του κατάσταση δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή συνδέεται με τον χρόνο κατά τον οποίο τα ποσά εισήλθαν στην περιουσία του και όχι με κάθε επόμενη μεταφορά ή αξιοποίησή τους.
Με απλά λόγια, η μεταφορά χρημάτων από έναν λογαριασμό σε άλλον, όταν αφορά το ίδιο πρόσωπο, δεν δημιουργεί από μόνη της νέο εισόδημα, ούτε νέα προσαύξηση περιουσίας. Αν το ποσό είχε αποκτηθεί σε παλαιότερο έτος και ο χρόνος εκείνος έχει παραγραφεί, η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να μεταφέρει τεχνητά τον χρόνο φορολόγησης στο έτος της μεταγενέστερης κίνησης. Η χρήση των χρημάτων –για παράδειγμα με έμβασμα, αγορά περιουσιακού στοιχείου ή μεταφορά σε άλλο λογαριασμό– δεν αρκεί για να θεμελιώσει νέο φορολογητέο γεγονός.
Πιλότος η πενταετία
Η πρακτική συνέπεια είναι σημαντική. Για κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών που έγιναν έως την 31η Δεκεμβρίου 2019, η δυνατότητα ελέγχου και καταλογισμού, κατά τον γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής, έχει κατ’ αρχήν εξαντληθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2025. Η πενταετία, στην πράξη, λειτουργεί ως εξαετής περίοδος από το φορολογικό έτος, επειδή η παραγραφή αρχίζει να υπολογίζεται από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έπρεπε να υποβληθεί η σχετική δήλωση. Επομένως, εισοδήματα ή καταθέσεις του 2019, για τα οποία η δήλωση υποβλήθηκε το 2020, παραγράφηκαν στο τέλος του 2025.
Ενδεικτικά, αν ένας φορολογούμενος κατέθεσε 100.000 ευρώ στον λογαριασμό του το 2019 και το 2023 μετέφερε το ποσό σε άλλον δικό του λογαριασμό ή το χρησιμοποίησε για αγορά περιουσιακού στοιχείου, η εφορία δεν μπορεί να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο το 2023, εφόσον αποδεικνύεται ότι τα χρήματα προϋπήρχαν από το 2019. Ο έλεγχος, εάν μπορούσε να γίνει, θα έπρεπε να αφορά το έτος εισόδου του ποσού στην περιουσία του φορολογούμενου. Αν όμως το έτος αυτό έχει παραγραφεί, δεν μπορεί να αναβιώσει μέσω της μεταγενέστερης χρήσης του ίδιου κεφαλαίου.
Βεβαίως, η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε τραπεζική κίνηση μένει χωρίς έλεγχο. Ο φορολογούμενος πρέπει να μπορεί να τεκμηριώσει την προέλευση και τον χρόνο απόκτησης των χρημάτων, ιδίως όταν πρόκειται για μεγάλα ποσά που δεν συμβαδίζουν με τις φορολογικές του δηλώσεις. Αν δεν μπορεί να αποδείξει ότι πρόκειται για παλαιό, ήδη αποκτηθέν κεφάλαιο, η φορολογική αρχή μπορεί να αξιολογήσει τα στοιχεία και να προχωρήσει σε καταλογισμό, εφόσον βρίσκεται εντός του επιτρεπόμενου χρόνου ελέγχου. Η απόδειξη, επομένως, παραμένει καθοριστική: τραπεζικά παραστατικά, κινήσεις λογαριασμών και φορολογικά στοιχεία προηγούμενων ετών μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμα για την άμυνα του φορολογούμενου.
Η σημασία της απόφασης
Η σημασία της απόφασης δεν περιορίζεται στην επίδικη υπόθεση. Επηρεάζει ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζονται οι έλεγχοι εμβασμάτων, αναλήψεων, καταθέσεων και μεταφορών κεφαλαίων. Το ΣτΕ θέτει όριο στην πρακτική της φορολόγησης με βάση το εμφανές χρονικό σημείο της τραπεζικής κίνησης και επαναφέρει το ζήτημα στην πραγματική οικονομική ουσία: πότε δημιουργήθηκε η περιουσιακή προσαύξηση, όχι πότε άλλαξε μορφή ή τοποθεσία το χρήμα.
Το μήνυμα του ΣτΕ είναι, επομένως, σαφές: η ΑΑΔΕ μπορεί να ελέγχει την πραγματική προέλευση των χρημάτων, αλλά δεν μπορεί να βαφτίζει νέα προσαύξηση περιουσίας τη μεταγενέστερη κυκλοφορία κεφαλαίων που είχαν ήδη αποκτηθεί. Η φορολογική υποχρέωση, όπως και η παραγραφή, συνδέεται με τον χρόνο εισόδου του ποσού στην περιουσία και όχι με τον χρόνο που ο φορολογούμενος αποφασίζει να το μετακινήσει ή να το αξιοποιήσει.
















