Η πολιτική ιστορία έχει αποδείξει έναν άγραφο αλλά απαράβατο κανόνα: Όταν μια δημοτική αρχή παράγει έργο, εμπνέει εμπιστοσύνη και διατηρεί τη συνοχή της, ο «πήχης» της διαδοχής τοποθετείται τόσο ψηλά, που οι επίδοξοι δελφίνοι μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Στην Αιγιάλεια του σήμερα, όμως, βιώνουμε το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο.
Η υπερσυγκέντρωση ονομάτων που είτε έχουν ήδη ανακοινώσει, είτε «ζεσταίνουν μηχανές» για τη διεκδίκηση του δημαρχιακού θώκου, δεν είναι δείγμα υγείας ή πληθωρικής δημοκρατικής διάθεσης. Αντιθέτως, είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη της πολιτικής γύμνιας και της ανυπαρξίας έργου.
Ο χαμηλός πήχης γεννά «σωτήρες»
Το ρεπορτάζ (τόσο της εφημερίδας «Πελοπόννησος» όσο και οι πληροφορίες που διακινούνται στα πολιτικά πηγαδάκια του Αιγίου) καταγράφει μια πρωτοφανή πληθώρα ενδιαφερομένων. Διαβάσαμε για νέες νέες εισόδους των Γιώργου Μπέσκου και Δημήτρη Μπουνιά, αλλά είναι και άλλα ονόματα που “παίζουν”.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση κρύβεται στην καθημερινότητα της Αιγιάλειας. Όταν ένας δήμος παραμένει στάσιμος, όταν τα μεγάλα προβλήματα χρονίζουν και η ποιότητα ζωής των πολιτών δεν βελτιώνεται, δημιουργείται η πεποίθηση ότι «ο καθένας μπορεί να τα πάει καλύτερα». Ο χαμηλός πήχης που έθεσε η νυν διοίκηση αφαίρεσε το δέος της ευθύνης.
Σήμερα, ο κάθε ενδιαφερόμενος νιώθει ότι δεν έχει να αναμετρηθεί με ένα στιβαρό έργο, αλλά με ένα κενό πολιτικής, γεγονός που τον οδηγεί στο σκεπτικό: «γιατί αυτός που δεν έκανε και όχι εγώ που θα κάνω;».
Συμπέρασμα
Η Αιγιάλεια δεν χρειάζεται έναν «στρατό» υποψηφίων που απλώς πιστεύουν ότι «χειρότερα δεν γίνεται». Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας. Η παρούσα υπερπροσφορά δημάρχων είναι ο καθρέφτης αποτυχίας του διαδόχου του αείμνηστου Δημήτρη Καλογερόπουλου να πείσει ότι ο δήμος είναι σε αναπτυξιακή τροχιά. Επί ημερών αειμνήστου κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε.














