ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Κάποτε το σχολείο ήταν ένας μικρός ναός της γνώσης. Σήμερα συχνά θυμίζει περισσότερο καφενείο Β΄ κατηγορίας, μόνο που εδώ δεν σερβίρεται καφές, αλλά θόρυβος, αυθάδεια και μια παράξενη βεβαιότητα ότι όλοι ξέρουν τα πάντα εκτός από τον δάσκαλο.
Στα σπίτια, η παιδαγωγική έχει αντικατασταθεί από οικογενειακό… συμβούλιο καφενείου. Ο μικρός πρίγκιπας του σαλονιού, μεγαλώνει ακούγοντας πως «ο δάσκαλος δεν ξέρει», « κανακάρη μου είσαι μάγκας» και «όταν σε πηγαίνουν στο γραφείο του δ/ντή, θα απαιτείς την παρουσία τρίτων και την πόρτα ανοιχτή ». Έτσι, ο κανακάρης πηγαίνει στην τάξη όχι για να μάθει γράμματα, αλλά για να κάνει επίδειξη αυθάδειας, ψευτομαγκιάς,αθυροστομίας, αλαζονείας και μιας ιδιότυπης ελευθερίας, που συγχέει τον σεβασμό με την αδυναμία και την αγένεια με την προσωπικότητα.
Στην άλλη πλευρά της έδρας στέκεται ο δάσκαλος. Μια φιγούρα ολοένα και πιο θολή. Ένας άνθρωπος που το κράτος τον θυμάται όταν πρέπει να του φορτώσει νέες ευθύνες, χωρίς ποτέ να του προσδώσει κύρος. Ο δάσκαλος μεταλλάχτηκε σε δημόσιο έπιπλο πνιγμένο στην πεισιθανάτια σκόνη μιας σκοταδιστικής μετα-μεσαιωνικής πραγματικότητας κσι κανείς δεν θεωρεί απαραίτητο να τον σέβεται.
Τα θεατρικά μπουλούκια εδώ και χρόνια παίζουν το ίδιο έργο, με κακομαθημένα παιδιά επί σκηνής που δοκιμάζουν τα όρια που κανείς δεν τους έβαλε, με γονείς που υπερασπίζονται την ασέβεια προς τους θεσμούς σαν οικογενειακό κειμήλιο και με ένα αδίστακτο και επικίνδυνο κράτος που παρακολουθεί εκ του μακρόθεν με αδιαφορία μαστουρωμένου θεατή.
Επειδή πολλοί αναρωτιούνται, πώς γεννιέται η υποπαιδεία, η απάντηση είναι απλή: όταν το σπίτι γίνεται καφενείο, ο σεβασμός παλιά εφημερίδα και ο δάσκαλος διακοσμητικό ντουβάρι, τότε το σχολείο δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Μπορεί μόνο να κρατά το φως αναμμένο, όσο κάποιοι ακόμη γονείς και δάσκαλοι θυμούνται γιατί άναψε.!!!!!














