Αν μια γυναίκα πει ότι πονάει, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να μην την πιστέψουν. Αν μια γυναίκα πει ότι υφίσταται διάκριση, συχνά της ζητούν αποδείξεις. Αν μια γυναίκα διεκδικήσει μια θέση ευθύνης, καλείται συχνά να αποδείξει ότι είναι εξαιρετική – όχι απλώς επαρκής. Η πραγματικότητα αυτή δεν αφορά μόνο μεμονωμένες εμπειρίες. Αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που αποδεικνύεται πλέον και στην επιστημονική έρευνα. Και γι’ αυτό η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας εξακολουθεί το 2026 να μην αποτελεί εορτασμό αλλά μια υπενθύμιση ότι η ισότητα που θεωρούμε δεδομένη απέχει ακόμη από το να γίνει πλήρως πραγματικότητα.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές και αναπτυγμένες κοινωνίες η ισότητα των φύλων φαίνεται θεσμικά κατοχυρωμένη. Οι γυναίκες μορφώνονται, εργάζονται, ψηφίζουν και συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.
Ωστόσο, η ύπαρξη ίσων νόμων δεν σημαίνει απαραίτητα και ισότητα στην πράξη. Σε πολλούς τομείς της κοινωνικής ζωής εξακολουθούν να υπάρχουν λιγότερο ορατές μορφές ανισότητας που επηρεάζουν την καθημερινότητα των γυναικών.
Η ανισότητα στον πιο πολύτιμο κλάδο, της ιατρικής φροντίδας
Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική βιβλιογραφία έχει αναδείξει το λεγόμενο «gender pain gap» – το χάσμα στην αντιμετώπιση του πόνου μεταξύ αντρών και γυναικών. Αποδεδειγμένα οι γυναικες αφήνονται να πονούν με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση.
Μελέτη των Samulowitz και συνεργατών (2018) έδειξε ότι ο πόνος των γυναικών συχνά ερμηνεύεται διαφορετικά από εκείνον των αντρών, καθώς τα συμπτώματα των γυναικών αποδίδονται συχνότερα σε ψυχολογικούς παράγοντες. Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στη διάγνωση. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες λαμβάνουν παυσίπονη αγωγή με μικρότερη συχνότητα από τους άντρες σε ορισμένες ιατρικές πράξεις ή επεμβατικές εξετάσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος των γυναικών αντιμετωπίζεται ως αναμενόμενος ή «φυσιολογικός», με αποτέλεσμα να μην χορηγείται η ίδια αναλγητική αγωγή που θα δινόταν σε άντρα ασθενή για αντίστοιχη διαδικασία.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διαταραχής της ενδομητριωσης. Πρόκειται για μια χρόνια φλεγμονώδη πάθηση που επηρεάζει περίπου το 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως. Παρόλα αυτά, η διάγνωση καθυστερεί συχνά πολλά χρόνια. Μελέτη των Nnoaham και συνεργατών (2011) έδειξε ότι ο μέσος χρόνος μέχρι τη διάγνωση μπορεί να φτάσει τα 7–10 χρόνια, γεγονός που συνδέεται εν μέρει με την τάση να θεωρείται ο έντονος εμμηνορροϊκός πόνος «φυσιολογικός».
Παράλληλα, πολλές γυναικολογικές διαγνωστικές εξετάσεις παραμένουν ιδιαίτερα επώδυνες για δεκαετίες και έχουν αλλάξει ελάχιστα τεχνολογικά και μεθοδολογικά. Μόνο τα τελευταία χρόνια, με την αυξανόμενη συμμετοχή γυναικών στη βιοϊατρική έρευνα και τεχνολογία, αρχίζει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση των εργαλείων και στη μείωση του πόνου των ασθενών.
Ανισότητα στον ακαδημαϊκό χώρο
Στον ακαδημαϊκό χώρο συχνά επικρατεί η αντίληψη ότι η εξέλιξη βασίζεται αποκλειστικά στην αξιοκρατία. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι υποσυνείδητες προκαταλήψεις μπορούν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψηφίων. Σε ένα γνωστό πείραμα της Corinne Moss-Racusin και των συνεργατών της, πανεπιστημιακοί καθηγητές αξιολόγησαν το ίδιο ακριβώς βιογραφικό σημείωμα με διαφορετικό όνομα – αντρικό ή γυναικείο. Οι αξιολογητές θεώρησαν τον υποψήφιο με το αντρικό όνομα σημαντικά πιο ικανό, πρότειναν υψηλότερο αρχικό μισθό και ήταν πιο πρόθυμοι να τον καθοδηγήσουν επαγγελματικά, παρότι το βιογραφικό ήταν απολύτως ίδιο ή και οριακά κατώτερο.
Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι πολλές φορές μια γυναίκα πρέπει να παρουσιάζει εξαιρετικά ισχυρά προσόντα για να αξιολογηθεί ισότιμα με έναν άντρα με πιο μέτριο προφίλ.
Αυτή η ανισότητα σαφώς και δεν περιορίζεται μόνο στην επαγγελματική αποκατάσταση στον ακαδημαϊκό χώρο.
Εμπόδια στην πολιτική
Παρόμοια εμπόδια εμφανίζονται και στην πολιτική συμμετοχή. Παρότι οι γυναίκες έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στις περισσότερες δημοκρατίες, η πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων παραμένει περιορισμένη. Ένα σημαντικό εμπόδιο είναι η άνιση πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους και πολιτικά δίκτυα.
Οι πολιτικές εκστρατείες απαιτούν σημαντική χρηματοδότηση και ισχυρή υποστήριξη από οργανωμένα δίκτυα ή λόμπι. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες έχουν δυσκολότερη πρόσβαση σε τέτοιες δομές οικονομικής και πολιτικής στήριξης σε σύγκριση με άντρες υποψηφίους με αντίστοιχα προσόντα. Συχνά μια γυναίκα υποψήφια δυσκολεύεται να εξασφαλίσει την ίδια πρόσβαση σε λόμπι, χρηματοδότηση και πολιτική υποστήριξη που μπορεί να έχει ένας άντρας με παρόμοια βιογραφικά χαρακτηριστικά.
Πολιτισμός και αναπαραγωγή στερεοτύπων
Η ποπ κουλτούρα και η μουσική βιομηχανία συχνά αναπαράγουν στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως αντικείμενο επιθυμίας ή κατανάλωσης. Σε πολλές διαφημίσεις και μουσικά βίντεο το γυναικείο σώμα εμφανίζεται ως ένα άψογο, λουστραρισμένο προϊόν.
Ιδιαίτερα στη σύγχρονη μουσική κουλτούρα, δεν είναι σπάνιο να εμφανίζονται στίχοι που υποτιμούν ή ευτελίζουν τη γυναίκα. Αυτοί οι στίχοι συχνά παρουσιάζονται σε εφηβικά κοινά ως μέρος της «κουλτούρας» ή της διασκέδασης και ενσωματώνονται ως φυσιολογικές μορφές συμπεριφοράς, ιδιαίτερα για νεαρούς άντρες ακροατές. Το αντίστροφο φαινόμενο – τραγούδια που υποτιμούν με τον ίδιο τρόπο το αντρικό φύλο – εμφανίζεται πολύ πιο σπάνια.
Όταν οι γυναίκες μιλούν, δεν τις πιστεύουμε
Η δυσπιστία απέναντι στις μαρτυρίες γυναικών αποτελεί επίσης ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Χρειάστηκε να ανοίξουν τα αρχεία ενός νεκρού άντρα, του Jeffrey Epstein, για να αρχίσει ένα μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης να πιστεύει τα επίμονα λόγια και τις μαρτυρίες δεκάδων ζωντανών γυναικών που για χρόνια κατήγγελλαν όσα είχαν συμβεί. Το γεγονός αυτό υπενθύμισε με τον πιο έντονο τρόπο πόσο δύσκολο μπορεί να είναι για τις γυναίκες να ακουστούν και να ληφθούν στα σοβαρά, ακόμη και όταν μιλούν δημόσια για κακοποίηση.
Η παγκόσμια διάσταση της ανισότητας
Αν και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες η ανισότητα μπορεί να φαίνεται πιο δύσκολα , σε πολλές περιοχές του κόσμου παραμένει δραματικά ορατή.
Σε αρκετές χώρες της Ασίας και της Αφρικής οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην εκπαίδευση, στην εργασία και στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως της σίτισης, της ένδυσης ή της κοινωνικής συναναστροφής. Γεγονός που έχει καταγραφεί επανειλημμένα σε εκθέσεις οργανισμών όπως τα United Nations και η Amnesty International.
Ανισότητα και στην Ελλάδα
Πέρα από τον κλάδο της υγείας, οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στο επαγγελματικό περιβάλλον, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι αλλά και στους δημόσιους χώρους. Με άλλα λόγια, οι δυσκολίες εμφανίζονται συχνά παντού: στην εργασία, στην κοινωνία και στην καθημερινότητα.
Η ιστορία της Ελλάδας αποτελεί ίσως ένα ιδιαίτερα συμβολικό παράδειγμα. Για να αποκτήσει την ελευθερία της, η χώρα μας χρειάστηκε τη συμβολή τόσο των αντρών όσο και των γυναικών. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να δημιουργηθεί η σύγχρονη Ελλάδα. Κι όμως, δύο αιώνες αργότερα, αντί η ισότητα να εδραιώνεται όλο και περισσότερο, ο σεξισμός φαίνεται να βρίσκει νέα ακροατήρια – ακόμη και σε νεότερες γενιές αντρών, δυστηχως και υπό την ανοχή μιας πολύ κουρασμένης και πολυάσχολης γενιάς γυναικών.
Η ανισότητα αντανακλάται δυστυχώς ακόμη και σε ένα από τα πιο σκοτεινά κοινωνικά φαινόμενα στην Ελλάδα: το μακάβριο και συντριπτικό ποσοστό γυναικοκτονιών στο πλαίσιο έμφυλης και οικογενειακής βίας, το οποίο παραμένει δυσανάλογα υψηλότερο σε σύγκριση με τις περιπτώσεις ανδροκτονιών.
Εργαζόμενη με ανθρώπους την ανισότητα
αυτή την συναντώ κάθε ημέρα. Στο πρόσωπο κάθε γυναίκας που καλείται να συνδυάσει επαγγελματική, οικογενειακή και ακαδημαϊκή ζωή και αυτό να το κάνει άψογα. Όλο και πιο συχνά παρουσιάζει συμπτώματα υπερκόπωσης, κατάθλιψης και ενοχής, σημείωση που δεν πρέπει να αφήσει κοινωνία και πολιτεία ασυγκίνητες καθώς οι συνέπειες μπορούν να αποβούν καταστρεπτικές.
Για να αποκατασταθούν οι αδικίες χρειάζεται μια διαρκή διαδικασία κοινωνικής αλλαγής.
Η πρόοδος είναι πραγματική. Αλλά η πραγματική ισότητα θα επιτευχθεί μόνο όταν οι κοινωνικές δομές πάψουν να λειτουργούν γύρω από ένα μοντέλο κόσμου που σχεδιάστηκε ιστορικά κυρίως γύρω από τον άντρα.
*Η Κατερίνα Απ. Καραφωτιά είναι λόγοθεραπεύτρια, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κάρντιφ, Μ. Βρετανίας και δραστηριοποιείται στις πόλεις του Αιγίου και της Πάτρας. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακου τίτλου στην Διοίκηση Μονάδων Υγείας, ενώ το 2023 ασχολήθηκε και με την πολιτική ζωή του τόπου ως υποψήφια Βουλευτής του νομού Αχαΐας.
















